Nicolas Altstaedt

Nicolas Altstaedt
Nicolas Altstaedt, cellist (b. 1982). Photo by Marco Borggreve

Saturday, April 05, 2014

Wolfgang Amadeus Mozart: Requiem Mass in D minor – Lorna Anderson, Daniela Lehner, Andrew Tortise, Stephan Loges, Coro & Orquesta Sinfónica de Galicia, Richard Egarr (HD 1080p)














Under the baton of the British keyboard performer, on the harpsichord, fortepiano and modern piano, and conductor Richard Egarr, the soloists Lorna Anderson (soprano), Daniela Lehner (mezzo-soprano), Andrew Tortise (tenor) and Stephan Loges (bass-baritone), the Orquesta Sinfónica de Galicia and the Coro de la OSG perform Wolfgang Amadeus Mozart's Requiem Mass in D minor, K. 626. The concert was recorded at the Palacio de la Ópera de A Coruña, on May 9, 2013.



Το «Ρέκβιεμ» σε Ρε ελάσσονα, K. 626, του Βόλφγκανγκ Αμαντέους Μότσαρτ, ερμηνεύουν η Συμφωνική Ορχήστρα και η Χορωδία της Γαλικίας, υπό τη διεύθυνση του σπουδαίου Βρετανού δεξιοτέχνη πληκτροφόρων οργάνων και μαέστρου Richard Egarr. Συμπράττουν οι σολίστες: Lorna Anderson (σοπράνο), Daniela Lehner (μεσόφωνος), Andrew Tortise (τενόρος) και Stephan Loges (μπασοβαρύτονος). Η συναυλία δόθηκε στο Palacio de la Ópera, στην πόλη Α Κορούνια της Ισπανίας, στις 9 Μαΐου 2013.



Wolfgang Amadeus Mozart (1756-1791)

♪ Requiem Mass in D minor, K. 626 (1791)

i. Requiem
ii. Kyrie
iii. Dies Irae
iv. Tuba mirum
v. Rex tremendae
vi. Recordare
vi. Confutatis
viii. Lacrimosa
ix. Domine Jesu
x. Hostias
xi. Sanctus
xii. Benedictus
xiii. Agnus Dei
xiv. Lux aeterna

Lorna Anderson, soprano
Daniela Lehner, mezzo-soprano
Andrew Tortise, tenor
Stephan Loges, bass-baritone

Coro de la OSG
Orquesta Sinfónica de Galicia

Conductor: Richard Egarr

Palacio de la Ópera, A Coruña, May 9, 2013

(HD 1080p)

First publication: April 5, 2014 – Last update: March 30, 2018


Richard Egarr














Requiem in D Minor, K. 626, requiem mass by Wolfgang Amadeus Mozart, left incomplete at his death on December 5, 1791. Until the late 20th century the work was most often heard as it had been completed by Mozart's student Franz Xaver Süssmayr. Later completions have since been offered, and the most favourably received among these is one by American musicologist Robert D. Levin.

According to a contract that Mozart signed and an attorney witnessed, the requiem was commissioned by the Count Franz von Walsegg-Stuppach. The count, it seems, pretended to some compositional ability and liked to pass off the work of others as his own. The new requiem, intended as a tribute to the count's wife, was part of that game. Therefore, he insisted that Mozart was neither to make copies of the score nor to reveal his involvement in it and that the first performance was reserved for the man who commissioned the piece.

At the time, Mozart was deeply engaged with the writing of two operas: The Magic Flute and La clemenza di Tito (The Clemency of Titus). Together the three assignments were too much for a man suffering from a succession of debilitating fevers. Most of his failing strength went into the operas, both of which were completed and staged. As for the requiem, he worked on it when strength permitted, and several friends came to his apartment December 4, 1791, to sing through the score-in-progress. Yet his condition worsened, and, by the time of Mozart's death early the next morning, he had finished only the "Introit". The "Kyrie", "Sequence", and "Offertorium" were sketched out. The last three movements – "Benedictus", "Agnus Dei", and "Communio" – remained unwritten, and nearly all the orchestration was incomplete.

Confining musical discussion to those portions of the requiem that are mostly from Mozart's own mind, the orchestra most often focuses on the strings, with woodwinds featured when greater poignancy is needed and brass and timpani largely relied on for forceful moments. Particularly in the vocal writing, Mozart's intricate contrapuntal layers show the influence of the Baroque masters Johann Sebastian Bach and George Frideric Handel.

Especially in the "Sequence", Mozart underlines the power of the text by setting prominent trombone passages against the voices: chorus in the "Dies Irae" and soprano, alto, tenor, and bass soloists in the "Tuba Mirum". It is the most prominent use of the trombone in Mozart's entire catalog.

Source: Betsy Schwarm (britannica.com)















Κανένα άλλο έργο του Μότσαρτ δεν συνδέεται τόσο άμεσα και εύγλωττα με τη ζωή και τον θάνατο του συνθέτη όσο το ημιτελές Ρέκβιεμ. Οι καλλιτεχνικές του αρετές, το γεγονός ότι αποτελεί το τελευταίο του έργο, αλλά κυρίως το ζήτημα της αυθεντικότητάς του, έχουν γίνει αφορμή για πλήθος συζητήσεων, από την εποχή της σύνθεσής του ως σήμερα, και έχουν τροφοδοτήσει μιαν ολόκληρη μυθολογία γύρω από τις συνθήκες γραφής του. Το μυστήριο του Ρέκβιεμ θα παραμείνει άλυτο, παρά τις αναρίθμητες εκτελέσεις και εκδόσεις του έργου, και παρά την ιστορική-επιστημονική έρευνα που χρονολογείται ήδη από τον 19ο αιώνα: ο συνθέτης το πήρε μαζί του στον τάφο για πάντα. Σήμερα, και παρά τις όποιες δίκαιες ενστάσεις, η κυριότερη ιστορική πηγή και, πολύ περισσότερο, η μοναδική μαρτυρία, παραμένει η ολοκλήρωση της παρτιτούρας αλλά και του έργου από τον νεαρό μαθητή του συνθέτη, Franz Xaver Sussmayr (Φραντς Ξάβερ Ζύσμαϋρ). Δεν είναι άλλωστε τυχαίο ότι στο τέλος του 19ου αιώνα ο Μπραμς συμπεριέλαβε ατόφια την εκδοχή αυτή στην έκδοση των Απάντων του συνθέτη.

H πραγματική ιστορία της γένεσης του έργου είναι γνωστή ήδη από το 1800. Το καλοκαίρι του 1791 ο κόμης Φραντς φον Βάλσεγκ, θέλοντας να τιμήσει τη μνήμη της νεαρής συζύγου του, ανέθεσε στον γλύπτη Γιόχαν Μάρτιν Φίσερ την κατασκευή ενός μαρμάρινου μνημείου και στον Μότσαρτ τη σύνθεση μιας νεκρώσιμης λειτουργίας. Ο κόμης ήταν ένας ενθουσιώδης, πλην ερασιτέχνης μουσικός, που συνήθιζε να διοργανώνει ιδιωτικές συναυλίες, όπου μεταμφιεσμένος παρουσίαζε έργα άλλων συνθετών ως δικά του. Το ίδιο φαίνεται ότι σκόπευε να κάνει και με το Ρέκβιεμ του Μότσαρτ. Γι' αυτόν τον λόγο η γραπτή παραγγελία δόθηκε στον συνθέτη ανώνυμα και μυστικά από έναν άγνωστο, πολύ πιθανόν γραμματέα του βιενέζου δικηγόρου του κόμη. Το γεγονός αυτό πυροδότησε στα κατοπινά χρόνια διάφορες ιστορίες γύρω από τον άγνωστο μεσάζοντα, ο οποίος αναφέρεται και ως μαύρος αγγελιαφόρος, ουσιαστικά ως ο ίδιος ο Χάρος που προειδοποιεί τον συνθέτη για τον επερχόμενο θάνατό του. Είναι χαρακτηριστική η ανεκδοτική φιλολογία της εποχής που αναφέρει ότι ο συνθέτης καταπιάστηκε με το Ρέκβιεμ όπως ο Ραφαήλ με τη Μεταμόρφωση – το τελευταίο του έργο, που ολοκληρώθηκε από τους μαθητές του –, συνθέτοντας, συμβολικά, τη δική του μεταμόρφωση, ή μάλλον εξαΰλωση.

Λόγω των ανειλημμένων του υποχρεώσεων στην Πράγα, ο Μότσαρτ ασχολήθηκε με τη σύνθεση του Ρέκβιεμ μόλις τον Σεπτέμβριο του 1791 και αποκλειστικά με αυτό μετά την πρεμιέρα του «Μαγικού Αυλού» στις 30 του ίδιου μήνα. Στις 20 Νοεμβρίου η αρρώστια του (υψηλός πυρετός, τρεμούλιασμα των άκρων και εν συνεχεία παράλυση) τον έριξε στο κρεβάτι, απ' όπου μπορούσε να εργαστεί ελάχιστα και με μεγάλη δυσκολία. Στις 5 Δεκεμβρίου του ίδιου χρόνου πέθανε αφήνοντας το έργο ανολοκλήρωτο.

H χήρα του Μότσαρτ, Κονστάντσε, έπρεπε ωστόσο να παραδώσει στον κόμη τη Λειτουργία, για την οποία είχε εισπράξει το μισό ποσό ως προκαταβολή. Απευθύνθηκε αρχικά στους πιο πεπειραμένους μαθητές του συνθέτη, Φραντς Γιάκομπ Φράιστεντλερ και Γιόζεφ Άιμπλερ. Παρότι και οι δύο, κυρίως ο δεύτερος, άφησαν τα ίχνη τους στην ενορχήστρωση των πρώτων μερών του έργου, αρνήθηκαν να αναλάβουν ένα τόσο δύσκολο εγχείρημα. Έτσι δεν έμενε άλλος από τον Ζύσμαϋρ, ο οποίος είχε μάλιστα διατελέσει βοηθός του στη σύνθεση των οπερατικών έργων «Μαγικός Αυλός» και «Η Μεγαλοψυχία του Τίτου». H πρώτη επίσημη παρουσίαση του ολοκληρωμένου Ρέκβιεμ πραγματοποιήθηκε στις 2 Ιανουαρίου του 1793 εν αγνοία του κόμη, ο οποίος άκουσε για πρώτη φορά το έργο στις 14 Δεκεμβρίου του ίδιου έτους.

Το ζήτημα της αυθεντικότητας του Ρέκβιεμ προέκυψε αμέσως μετά τον θάνατο του Μότσαρτ ξεπερνώντας τα όρια των άμεσα εμπλεκομένων σε αυτό. Σήμερα γνωρίζουμε ότι ο συνθέτης ολοκλήρωσε το τετράφωνο χορωδιακό μέρος μαζί με το μπάσο στα μέρη Introitus, Kyrie, Sequenza, η οποία σταματάει όμως χαρακτηριστικά στο όγδοο μέτρο του Lacrymosa, και Offertorium και ότι σε ορισμένα σημεία είχε σημειώσει κάποιες ιδέες για την ενορχήστρωση, για την οποία βέβαια υπήρχαν οι αντίστοιχες ενδείξεις. Επίσης ενορχηστρωμένα ήταν τα αμιγώς ορχηστρικά χωρία, εισαγωγικά ή περάσματα μεταξύ στροφών του κειμένου της λατινικής Λειτουργίας.

Ίσως το πιο πρωτότυπο στοιχείο του Ρέκβιεμ να παραμένει η αρμονική του γλώσσα. H επιλογή της Ρε ελάσσονος παραπέμπει στον δώρειο τρόπο της σεκουέντσας Dies irae (Ημέρα Οργής) και πέρα από κάποιες αρμονικές περιπλανήσεις δεσπόζει σε όλο το έργο και του προσδίδει – σε συνδυασμό με αποτελεσματικά ρυθμικά σχήματα – αυτόν τον παθητικό, ενίοτε δαιμονικό, χαρακτήρα. Και σε αυτό το σημείο δεν μπορεί κανείς να μην παρασυρθεί από τη μακρόχρονη μυθολογία που στοιχειώνει το έργο: η παραγγελία του Ρέκβιεμ ήταν τελικά ένα μακάβριο παιχνίδι της μοίρας και o συνθέτης έβαλε στο κύκνειο άσμα του, ίσως συνειδητά, όλη τη μαεστρία του.

Πηγή: Ηλίας Γιαννόπουλος, μουσικολόγος και συνεργάτης της Μουσικής Βιβλιοθήκης «Λίλιαν Βουδούρη» (tovima.gr)







































See also

Wolfgang Amadeus Mozart: Requiem Mass in D minor – Christine Schäfer, Bernarda Fink, Kurt Streit, Gerald Finley, Arnold Schoenberg Choir, Concentus Musicus Wien, Nikolaus Harnoncourt (Audio video)

Wolfgang Amadeus Mozart: Requiem Mass in D minor – Dorothee Mields, Marianne Beate Kieland, Markus Schäfer, Tijl Faveyts, Choeur Arsys Bourgogne, Camerata Salzburg, Pierre Cao (HD 1080p)

Wolfgang Amadeus Mozart: Requiem Mass in D minor – Werner Pech, Hans Breitschopf, Walther Ludwig, Harald Pröglhöf, Wiener Hofmusikkapelle, Josef Krips (1955, Audio video)

No comments:

Post a Comment