Dmitry Masleev

Dmitry Masleev
Dmitry Masleev (b. 1988), pianist – First Prize (XV International Tchaikovsky Competition, 2015)

Tuesday, November 04, 2014

Felix Mendelssohn: Symphony No.4 in A major "Italian" – hr-Sinfonieorchester, Paavo Järvi

Felix Mendelssohn Bartholdy (3/02/1809 - 4/11/1847)
207η επέτειος από τη γέννησή του – 207th anniversary of his birth

Στη Συμφωνία αρ. 4 σε Λα μείζονα, έργο 90 («Ιταλική»), ο Φέλιξ Μέντελσον παρουσιάζει τις εντυπώσεις του από το ταξίδι του στην Ιταλία, τα έτη 1830-1831. Όπως ανέφερε σε ένα γράμμα του, «η Ιταλική Συμφωνία προχωράει με βήμα γοργό. Θα γίνει το πιο κεφάτο κομμάτι που έγραψα ποτέ». Το έργο ολοκληρώθηκε το 1833 στο Βερολίνο, μετά την υπογραφή συμβολαίου μεταξύ του Μέντελσον και της Φιλαρμονικής Εταιρείας του Λονδίνου για την παρουσίαση μιας νέας Συμφωνίας. Παρουσιάστηκε στις 13 Μαρτίου 1833 στο Λονδίνο, αλλά εκδόθηκε για πρώτη φορά μετά το θάνατο του συνθέτη.

Τη Συμφωνία αρ. 4 σε Λα μείζονα, έργο 90 του Φέλιξ Μέντελσον, ερμηνεύει η Συμφωνική Ορχήστρα της Ραδιοφωνίας της Φρανκφούρτης υπό τη διεύθυνση του σπουδαίου Αμερικανοεσθονού μαέστρου Πάαβο Γιέρβι. Η συναυλία δόθηκε στην Παλαιά Όπερα της Φρανκφούρτης στις 16 Ιουνίου 2012.














Italian Symphony, byname of Symphony No.4 in A Major, Op.90, orchestral work by German composer Felix Mendelssohn, so named because it was intended to evoke the sights and sounds of Italy. Its final movement, which is among the most strongly dramatic music the composer ever wrote, even uses the rhythms of Neapolitan dances. The symphony premiered in London on March 13, 1833.

In 1830-1831 Mendelssohn, barely into his twenties, toured Italy. He had gone south from Germany to enjoy the climate and the art, both of which he apparently found satisfactory. The region's music, however, was a different story, as Mendelssohn vented in letters to friends and relatives: "I have not heard a single note worth remembering". The orchestras in Rome, he reported, were "unbelievably bad", and "in Naples, the music is most inferior". Despite these negative reactions, or perhaps in hopes of erasing them, Mendelssohn began his Italian Symphony while still on tour. The piece was completed in the fall of 1832, on a commission from the Philharmonic Society of London, and the composer himself conducted its premiere. The work was a tremendous success, and Mendelssohn described it as "the jolliest piece I have so far written... and the most mature thing I have ever done".

Despite the audible delights of the piece, the Italian Symphony was not easy in the making. Even its creator admitted that it had brought him "some of the bitterest moments" that he had ever experienced. Most of those trying times seem to have been spent with an editor's pen in hand, looking for ways to make the piece better. In 1834, over a year after the work's public premiere, Mendelssohn began extensive revisions on the second, third, and fourth movements. The following year he reworked the first movement, and he was sufficiently satisfied with the result to allow another London performance in 1838. Yet Mendelssohn still withheld the composition from publication and refused to permit its performance in Germany. He continued tinkering with it until he died in 1847. Four years after Mendelssohn's death, Czech pianist Ignaz Moscheles, who had been one of Mendelssohn's teachers and had conducted the 1838 London performance, edited an "official" edition that finally appeared in print.

Musicologists have offered many interpretations of the Italian Symphony. For example, the extroverted opening movement might call to mind a lively urban scene, perhaps of Venice. The reverent second movement likely represents Rome during Holy Week, for Mendelssohn's letters reveal that he was impressed by the religious processions he witnessed. The third movement, a graceful minuet distantly reminiscent of Mozart, is suggestive of an elegant Florentine Renaissance palace. Neither these nor any other interpretations of the first three movements are definitive, however.

By contrast, the fourth, and final, movement needs no speculation. It depicts without a doubt a rural scene in southern Italy, for it blends two lively folk dance styles: the saltarello and the tarantella. The dances, different in rhythmic structure, are alike in general character. Both are wild and swirling, abundantly energetic (bordering on frenetic), and unquestionably Italian. In the symphony's uninhibited finale, Mendelssohn, so deeply displeased with Italian concert music, showed his favourable reaction to the country's folk music. He also demonstrated that Italian regional music styles could be used to great effect in an orchestral composition.

Source: Betsy Schwarm (britannica.com)



Felix Mendelssohn Bartholdy (1809-1847)

♪ Symphony No.4 in A major 
"Italian", Op.90 (1833-1834)

i. Allegro vivace

ii. Andante con moto
iii. Con moto moderato
iv. Saltarello. Presto

hr-Sinfonieorchester (Frankfurt Radio Symphony Orchestra)

Μουσική διεύθυνση (Conductor): Paavo Järvi

Alte Oper Frankfurt, 
June 16, 2012 (16 Ιουνίου 2012)


(HD 720p)


Πρώτη δημοσίευση: 4 Νοεμβρίου 2014 – First publication: November 4, 2014

Τελευταία ενημέρωση: 3 Φεβρουαρίου 2016 – Last update: February 3, 2016

Paavo Järvi














Ο Γερμανός συνθέτης, πιανίστας, αρχιμουσικός και μουσικοδιδάσκαλος Φέλιξ Μέντελσον-Μπαρτόλντυ υπήρξε από τις κορυφαίες μουσικές φυσιογνωμίες του 19ου αιώνα. Παρότι ήταν σύγχρονος του Σοπέν, του Λιστ, του Βάγκνερ και του Βέρντι, το έργο του χαρακτηρίζεται κυρίως από κλασικά στοιχεία και λιγότερο από ρομαντικά.

Ο Μέντελσον γεννήθηκε στις 3 Φεβρουαρίου 1809 στο Αμβούργο. Καταγόταν από πλούσια και καλλιεργημένη οικογένεια Εβραίων της πόλης, η οποία ασπάσθηκε τον χριστιανισμό και συγκεκριμένα το λουθηρανικό δόγμα, για να αποφύγει το αντισημιτικό πνεύμα της εποχής. Ο πατέρας του, Αβραάμ, ήταν τραπεζίτης και ο παππούς του, Μωυσής, από την πλευρά της μητέρας του, ποιητής και φιλόσοφος. Το δεύτερο επίθετο Μπαρτόλντυ προέκυψε ως ένδειξη ευγνωμοσύνης για έναν θείο του, που τους κληροδότησε μία μεγάλη ακίνητη περιουσία. Ο Φέλιξ είχε έναν αδελφό, τον Πάουλ, και δύο αδελφές, τη Ρεβέκα και τη Φάννυ, τη μετέπειτα γνωστή πιανίστρια και συνθέτρια.

Το 1811 η οικογένεια μετακόμισε στο Βερολίνο, όπου ο νεαρός Φέλιξ άρχισε να μαθαίνει πιάνο μαζί με τη Φάννυ, παράλληλα με τα μαθήματα ζωγραφικής και λογοτεχνίας που λάμβανε. Έτσι, η προσωπικότητά του αναπτύχθηκε με βαθιά γνώση της τέχνης, με τη μελέτη και τη μάθηση. Συνέχισε τις σπουδές πιάνου στο Παρίσι, όπου άρχισε να συνθέτει. Οι γονείς του δεν βλέπουν θετικά την προοπτική να γίνει ο γιος τους μουσικός. Φαντάζονται για εκείνον μια καριέρα σύμφωνη με τις παραδόσεις της οικογένειας Μέντελσον. Αλλάζουν γνώμη, όταν ο μέγας εκείνη την εποχή Λουίτζι Κερουμπίνι διαβάζει προσεκτικά κάποιες συνθέσεις του Φέλιξ και αποφαίνεται: «Αυτό το αγόρι είναι πλούσιο, θα πάει καλά, ήδη πηγαίνει πολύ καλά».

Η πρώτη δημόσια εμφάνιση του Μέντελσον έγινε στο Βερολίνο το 1818, σε ηλικία 9 ετών. Το 1821 γνωρίστηκε με τον Γκαίτε και μεταξύ του γηραιού συγγραφέα και του νεαρού μουσικού αναπτύχθηκε μία δυνατή φιλία. «Ο Φέλιξ είναι ένα παιδί θαύμα. Διαθέτει μια ενήλικη γλώσσα και όχι τα μουρμουρίσματα ενός παιδιού. Μπορούμε να τον συγκρίνουμε με τον μικρό Μότσαρτ για όσα έχει ήδη καταφέρει» δηλώνει με θαυμασμό ο Γκαίτε. Ο νεαρός μουσικός αισθάνεται πολύ υπερήφανος για το ενδιαφέρον του Γκαίτε και του αφιερώνει το «Κουαρτέτο σε Σι μινόρε».

Το 1825 και σε ηλικία 16 ετών, οπότε έγραψε το «Οκτέτο για έγχορδα», εθεωρείτο ήδη ένας ολοκληρωμένος συνθέτης. Τον επόμενο χρόνο παρουσίασε την «Εισαγωγή στο Όνειρο Καλοκαιρινής Νύχτας», στο οποίο οι μουσικοκριτικοί ανακάλυψαν έναν πρωτοπόρο συνθέτη και μια μουσική γεμάτη κομψότητα και γοητεία. Δεκαέξι χρόνια αργότερα έγραψε μουσική για το έργο αυτό του Σαίξπηρ, στο οποίο περιλαμβάνεται και το δημοφιλές Γαμήλιο Εμβατήριο, που δεν λείπει από κανέναν γάμο σήμερα.

Στις 11 Μαρτίου 1829 ο Μέντελσον διηύθυνε την πρώτη μετά το θάνατο του Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ εκτέλεση του αριστουργήματός του «Τα κατά Ματθαίον Πάθη», συμβάλλοντας, πρώτος αυτός, στην αναβίωση του Μπαχ, η μουσική του οποίου είχε περιπέσει σε λήθη μετά το θάνατό του το 1750. Από τότε, ο Μπαχ τιμήθηκε, θαυμάστηκε και αγαπήθηκε σε όλο τον κόσμο και αναγνωρίστηκε ως ένας από τους πυλώνες της Δυτικής Μουσικής.

Ο Μέντελσον ήταν τέρας μνήμης. Όταν ήρθε η ώρα να διευθύνει για πρώτη φορά τα «Κατά Ματθαίον Πάθη» ανακάλυψε ότι στο αναλόγιο είχε λάθος παρτιτούρα. Κανένα πρόβλημα. Σήκωσε τη μπαγκέτα του κι άρχισε να διευθύνει το έργο του Μπαχ, γυρίζοντας τις σελίδες της υποτιθέμενης παρτιτούρας, ώστε να μην ανησυχήσουν οι μουσικοί. Τα κατάφερε να διευθύνει ολόκληρα τα «Κατά Ματθαίον Πάθη», διάρκειας άνω των δύο ωρών, από μνήμης και χωρίς λάθη.

Την άνοιξη του 1829 πραγματοποίησε το πρώτο ταξίδι του στη Μεγάλη Βρετανία. Το καλοκαίρι της ίδιας χρονιάς επέστρεψε και επισκέφθηκε τη Σκωτία, όπου εμπνεύστηκε την «Εισαγωγή: Εβρίδες» και τη Συμφωνία αρ. 3, γνωστή και ως «Σκωτική».

Από το 1830 έως το 1832 ταξίδεψε στη Γερμανία, την Αυστρία, την Ιταλία και την Ελβετία, για να καταλήξει και πάλι στο Λονδίνο, όπου ήταν ιδιαίτερα δημοφιλής. Εκεί πρωτοπαρουσίασε τη Συμφωνία αρ. 4, γνωστή και ως «Ιταλική», ένα από τα πιο δημοφιλή έργα του, και δημοσίευσε το έργο του για πιάνο «Τραγούδια χωρίς λόγια».

Κατά την παραμονή του στη Ρώμη γνωρίζει τον Εκτόρ Μπερλιόζ, τη μουσική του οποίου δεν εκτιμούσε ιδιαίτερα. «Ο Μπερλιόζ είναι μία καρικατούρα χωρίς ίχνος ταλέντου, που γράφει απαίσια μουσική» σχολιάζει δηκτικά σε μια ομήγυρη. Και σε κάποια άλλη περίπτωση: «Όταν πιάνεις μια παρτιτούρα του Μπερλιόζ οφείλεις να πλένεις τα χέρια σου μετά». Αισθήματα αντιπάθειας έτρεφε και για το έργο του Τζιάκομο Μάγερμπεερ, παρότι τους συνέδεε συγγένεια.

Το 1835 ο Φέλιξ Μέντελσον ανέλαβε τη διεύθυνση της περίφημης ορχήστρας Γκεβαντχάους της Λειψίας, την οποία ανέδειξε σε μια πρώτης τάξεως ορχήστρα και την πόλη όπου μεγαλούργησε ο Μπαχ σε μουσικό κέντρο της Γερμανίας. Εκεί συνδέθηκε φιλικά με τους Σοπέν, Λιστ και Σούμαν.

Το 1836 γνώρισε τη 16χρονη Σεσίλ Ζανρενό, κόρη προτεστάντη ιερωμένου, την οποία παντρεύτηκε στις 28 Μαρτίου 1837. Έζησαν μία ήσυχη και ευτυχισμένη οικογενειακή ζωή με τα πέντε παιδιά τους. Τον επόμενο χρόνο ξεκίνησε να συνθέτει το Κοντσέρτο για βιολί, το οποίο τον απασχόλησε για έξι χρόνια, γεγονός ασυνήθιστο γι' αυτόν που ολοκλήρωνε με ευκολία τα έργα του.

Το 1846 επέστρεψε στο Λονδίνο για να παρουσιάσει το ορατόριο «Ηλίας», που του χάρισε έναν ακόμη θρίαμβο. Όμως, ο θάνατος της αγαπημένης του αδελφής Φάννυ τον Μάιο του 1847 τον κατέβαλε ψυχικά. Οι δυνάμεις του τον εγκατέλειψαν και στις 4 Νοεμβρίου 1847 πέθανε στη Λειψία από εγκεφαλικό επεισόδιο, όπως ο παππούς του, ο πατέρας του και η αδελφή του.

Ο Μέντελσον υπήρξε ένας από τους ελάχιστους συνθέτες που απέκτησαν φήμη και περιουσία, ενώ παρέμεναν εν ζωή. Η επιτυχία του και οι εβραϊκές του ρίζες ενόχλησαν τον Βάγκνερ, ο οποίος τρία χρόνια αργότερα δημοσίευσε την αντιεβραϊκή μπροσούρα «Η Εβραϊκότητα στη Μουσική». Ήταν η πρώτη προσπάθεια να μειωθεί η σημασία του έργου του Μέντελσον, που κορυφώθηκε με την απαγόρευση των έργων του στη ναζιστική Γερμανία. Τα τελευταία πενήντα χρόνια, το έργο του έχει επανεκτιμηθεί και επανέλθει δυναμικά στο προσκήνιο, όχι μόνο για τις δημοφιλείς συνθέσεις του, όπως το Κοντσέρτο για βιολί και η Ιταλική Συμφωνία, αλλά και για λιγότερο γνωστά, όπως το ορατόριο «Ηλίας».

Πηγή: sansimera.gr


Portrait of Mendelssohn (1839)
by the English miniaturist
James Warren Childe (1778–1862)
Felix Mendelssohn was born on February 3, 1809, in Hamburg, Germany. At age 9, he made his public debut in Berlin. In 1819, he joined the Singakademie music academy and began composing non-stop. At Singakademie, he also became a conductor, but continued to compose prolifically. Mendelssohn founded the Leipzig Conservatory of Music in 1843. He died on November 4, 1847, in Leipzig.

Pianist, composer and conductor Felix Mendelssohn was born Jakob Ludwig Felix Mendelssohn-Bartholdy in Hamburg, Germany, on February 3, 1809. His parents were Jewish, but converted to Christianity before he, his brother and two sisters were born. When Mendelssohn was 2 years old, he moved to Berlin with his parents and siblings. In Berlin, the young Mendelssohn began taking piano lessons with Ludwig Berger. Mendelssohn also studied composition under composer K.F. Zelter as a child. In 1816, he broadened his lessons, studying under pianist Marie Bigot during an extended stay in Paris, France.

Mendelssohn was quick to establish himself as a musical prodigy. During his childhood, he composed five operas and 11 symphonies. At just 9 years old, he made his public debut in Berlin.

In 1819, Felix Mendelssohn joined the Singakademie music academy and began composing non-stop. In 1820 alone, he wrote a violin sonata, two piano sonatas, multiple songs, a cantata, a brief opera and a male quartet. In 1826, Mendelssohn produced one of his best known works, Overture to a Midsummer Night's Dream. He presented his only opera, The Marriage of the Camacho, the following year in Berlin.

At Singakademie, Mendelssohn also became a conductor. In 1829, he conducted a performance of Bach's St. Matthew Passion. The performance's success led to other great opportunities, including a chance to conduct the London Philharmonic Society that same year.

Mendelssohn continued to compose prolifically while working as a conductor. He wrote the Reformation Symphony in 1830, and followed that accomplishment with a three-year European tour. During that time, he published his first book of songs, entitled Songs without Words (1832). Italian Symphony (1833), another of Mendelssohn's best known works, was also born of this period. In 1835, Mendelssohn was granted an illustrious role: conductor of the Gewandhaus Orchestra in Leipzig.

In 1836, a year after his father died, Mendelssohn met Cécile Jeanrenaud, a clergyman's daughter, in Frankfurt. Mendelssohn was 10 years Jeanrenaud's senior. She was just 16 when they got engaged. The couple married on March 28, 1837. Over the course of their marriage, they had five children.

The same year that he married, Mendelssohn composed his Piano Concerto No. 2 in D Minor. From 1838 to 1844, he toiled away on his Violin Concerto in E Minor. Prior to the piece's completion, Mendelssohn founded the Leipzig Conservatory of Music and became its director. In so doing, he put Leipzig on the map as the musical center of Germany. After finishing Violin Concerto in E Minor, Mendelssohn conducted a string of concerts for the Philharmonic. In 1846 he presented his newly written Elijah at the Birmingham Festival.

In May 1847, Mendelssohn's sister, Fanny, who was a lifelong inspiration to him, died suddenly. Her death left him so devastated that he soon lost his own zest for life. His health, already compromised by his strenuous career, began to deteriorate rapidly. Six months later, on November 4, 1847, Felix Mendelssohn died of a ruptured blood vessel in Leipzig, Germany. He had recently returned from a brief visit to Switzerland, where he'd completed composition of his String Quartet in F Minor.

Although he was only 38 when he died, Mendelssohn managed to distinguish himself as one of the first significant Romantic composers of the 1800s.

Source: biography.com






























































Δείτε επίσης – Watch also

Felix Mendelssohn: Symphony No.5 in D major/D minor "Reformation" – hr-Sinfonieorchester, Jérémie Rhorer

Felix Mendelssohn: Violin Concerto in E minor – Alina Ibragimova, Philippe Herreweghe

Johann Sebastian Bach: Cantata BWV 80 – Felix Mendelssohn: Symphony No.5 in D – Radio Kamer Filharmonie (The farewell concert), Frans Brüggen

No comments:

Post a Comment