DSO Live

DSO Live
SUNDAY, MAY 7: Los Angeles: 12:00 noon – Detroit, New York, Toronto: 03:00 PM – London: 08:00 PM – Paris, Brussels, Berlin, Madrid: 09:00 PM – Moscow, Kiev, Athens: 10:00 PM | MONDAY, MAY 8: Jakarta: 02:00 AM

Sunday, June 28, 2015

Adolphe Adam: Giselle – Ballet of the Opéra National de Bordeaux, Charles Jude, Ermanno Florio (2011)

174η επέτειος από την πρεμιέρα του έργου, στις 28 Ιουνίου 1841
174th anniversary of the first performance of the work, on June 28, 1841

Ο Γάλλος συνθέτης Αντόλφ Αντάμ έγραψε τη μουσική για το δίπρακτο μπαλέτο «Ζιζέλ» το 1841, πάνω στο λιμπρέτο των Ζιλ-Ανρί Βερνουά ντε Σεν Ζορζ και Θεόφιλου Γκωτιέ. Η πρώτη χορογραφία του μπαλέτου έγινε από τους Ζαν Κοραλί και Ζιλ Περό. Ο πλήρης τίτλος του έργου είναι «Ζιζέλ ή τα Ουιλί» ("Giselle ou les Wilis"). Θεωρείται ένα από τα πρώτα ρομαντικά μπαλέτα και από τα λίγα εκείνης της περιόδου, που παίζονται σήμερα με μεγάλη επιτυχία.

Η Πρώτη Πράξη του μπαλέτου εκτυλίσσεται σ' ένα μεσαιωνικό χωριό του Ρήνου. Η Ζιζέλ είναι μια νεαρή χωριατοπούλα, που ερωτεύεται τον αριστοκράτη Άλμπρεχτ, αγνοώντας την πραγματική καταγωγή του. Η αποκάλυψη της ταυτότητας, καθώς και του αρραβώνα του με μια κοπέλα της τάξης του, οδηγεί τη Ζιζέλ στην τρέλα και την αυτοκτονία. Στη Δεύτερη Πράξη, ο μετανοημένος Άλμπρεχτ έρχεται στον τάφο της Ζιζέλ, αλλά τα Ουιλί τον παρασύρουν σ' ένα θανάσιμο χορό. (Τα Ουιλί είναι τα πνεύματα των νέων γυναικών που προδόθηκαν από τον αγαπημένο τους την παραμονή του γάμου τους και, έχοντας μεταμορφωθεί σε ξωτικά, υποχρεώνουν κάθε περαστικό άνδρα να χορέψει μαζί τους ασταμάτητα ώσπου να πέσει νεκρός.) Όμως η Ζιζέλ επεμβαίνει στηρίζοντας τον Άλμπρεχτ ως την αυγή, οπότε παύει η εξουσία των ξωτικών. Τότε, αφού τον συγχωρήσει, επιστρέφει στον τάφο της, γνωρίζοντας πως εφεξής θα ανήκει και η ίδια στα ξωτικά Ουιλί.

Ο Αντόλφ Αντάμ, αν και υπήρξε πολυγραφότατος, στις μέρες μας είναι γνωστός κυρίως για τη «Ζιζέλ». Το λιμπρέτο των Σεν Ζορζ (1799-1875) και Γκωτιέ (1811-1872) βασίζεται σε ένα ποίημα από τη συλλογή του Βίκτορα Ουγκώ "Les Orientales" («Τα Ανατολίτικα»), όπου οι χορευτές είναι καταδικασμένοι να χορεύουν όλο το βράδυ, και στο δοκίμιο του σημαντικού Γερμανού ποιητή του 19ου αιώνα, Χάινριχ Χάινε (1797-1856), "De l'Allemagne" («Για τη Γερμανία»), όπου γίνεται αναφορά στα Ουιλί, τα σλαβικά υπερφυσικά όντα που γοητεύουν τους άνδρες και τους οδηγούν στο θάνατο μέσω του χορού.

Η πρεμιέρα της «Ζιζέλ» δόθηκε στην Όπερα των Παρισίων στις 28 Ιουνίου 1841, με την Ιταλίδα μπαλαρίνα Καρλότα Γκρίζι (1819-1899) στον επώνυμο ρόλο, τον Λισιέν Πετιπά ως Άλμπρεχτ και τον Ζαν Κοραλί ως Ιλαρίωνα. Η επιτυχία ήταν μεγάλη και ακολούθησαν παραστάσεις στα μεγάλα καλλιτεχνικά κέντρα εκείνης της εποχής: Στις 12 Μαρτίου 1842 στο Λονδίνο, στις 30 Δεκεμβρίου 1842 στην Αγία Πετρούπολη, στις 17 Ιανουαρίου 1843 στη Σκάλα του Μιλάνου και την Πρωτοχρονιά του 1846 στη Βοστόνη (αμερικανική πρεμιέρα).

Το έργο παρουσιάζεται με σημαντικές διαφορές σήμερα, σε σχέση με το παρελθόν. Τα πολλά στοιχεία παντομίμας που περιείχαν οι πρώτες του παραστάσεις αντικαταστάθηκαν σταδιακά από χορευτικά βήματα. Η εκδοχή που επικράτησε είναι αυτή του φημισμένου Μαριούς Πετιπά, που παρουσιάστηκε για πρώτη φορά το 1884 από το Αυτοκρατορικό Μπαλέτο της Αγίας Πετρούπουλης (σημερινά Μπαλέτα Μαριίνσκι), σε μια εποχή που η «Ζιζέλ» είχε περιπέσει στην αφάνεια. Η χορογραφία του Πετιπά χρησίμευσε ως βάση για την περίφημη παραγωγή των Ρωσικών Μπαλέτων του Ντιάγκιλεφ το 1911, που επανέφερε στο προσκήνιο το μπαλέτο.

Ο ρόλος της Ζιζέλ είναι από τους πιο δύσκολους στο μπαλέτο, αφού απαιτεί τεχνική τελειότητα, χάρη, λυρισμό και δραματικές ικανότητες από την μπαλαρίνα. Όλες οι μεγάλες μπαλαρίνες έχουν βάλει τη δική τους πινελιά στο ρόλο της «Ζιζέλ», όπως η πρώτη διδάξασα Καρλότα Γκρίζι, η Άννα Πάβλοβα, η Γκαλίνα Ουλάνοβα, η Μαργκότ Φοντέιν, η Νατάλια Μπεσμέρτνοβα, η Αλίνα Κογιοκάρου και άλλες. Στο ρόλο του Άλμπρεχτ έχουν διακριθεί ο Λισιέν Πετιπά (ο πρώτος διδάξας, αδελφός του Μαριούς Πετιπά) και οι Βασλάβ Νιζίνσκι, Ρούντολφ Νουρέγιεφ, Μιχαήλ Μπαρίσνικοφ, Μιχαήλ Λαβρόφσκι, Βλαντιμίρ Βασίλιεφ και Βλαντιμίρ Μαλάκοφ.

Στην παραγωγή του 2011, από το Μπαλέτο της Εθνικής Όπερας του Μπορντό, στους πρωταγωνιστικούς ρόλους χορεύουν η Oksana Kucheruk και ο Igor Yebra. Η χορογραφία, βασισμένη σε αυτήν των Ζαν Κοραλί και Ζιλ Περό, είναι του Charles Jude. Την Εθνική Ορχήστρα του Μπορντό "Aquitaine" διευθύνει ο διακεκριμένος Ιταλοκαναδός μαέστρος Ermanno Florio. Την κινηματογραφική σκηνοθεσία υπογράφουν οι Jean Pecci και Luc de Tienda.



Adolphe Adam (1803-1856)

Giselle (1841)

Ballet in two acts

A film by Jean Pecci & Luc de Tienda


Χορογραφία – Choreography by Charles Jude after Jean Corally and Jules Perrot


Giselle..........Oksana Kucheruk

Albrecht..........Igor Yebra

Ballet of the Opéra National de Bordeaux


Orchestre National Bordeaux Aquitaine

Μουσική διεύθυνση – Conductor: Ermanno Florio

Σκηνικά – Set designer: Giulio Achilli

Κοστούμια – Costume designer: Philippe Binot
Φωτισμοί – Lighting designer: François Saint-Cyr

Opéra National de Bordeaux, 2011


(HD 720p)

Πηγή για την εισαγωγή: sansimera.gr

























































Δείτε επίσης – Watch also

Pyotr Ilyich Tchaikovsky: Swan Lake – Adam Cooper, Scott Ambler, Fiona Chadwick – Matthew Bourne, Peter Mumford (1996, HD 1080p)

Pyotr Ilyich Tchaikovsky: Swan Lake – Ekaterina Kondaurova, Timur Askerov, Andrei Yermakov – Mariinsky Ballet, Mariinsky Theatre Orchestra, Valery Gergiev, 2013 (Download the performance)

Saturday, June 27, 2015

Alexander Scriabin: Symphony No.1 in E major – Royal Stockholm Philharmonic Orchestra, Leif Segerstam (Audio video)

Γρηγόρης Σεμιτέκολο (1935-2014), Λάδι σε καμβά, 1970-1979
















Ο Αλεξάντερ Σκριάμπιν ολοκλήρωσε την Πρώτη Συμφωνία του το 1900. Η εντύπωση που άφησε η πρώτη εκτέλεση δεν ήταν για τον Σκριάμπιν η αναμενόμενη, γεγονός που τον απογοήτευσε πολύ. Οι περισσότεροι σήμερα συμφωνούν πως το έργο δεν έτυχε ενθουσιώδους υποδοχής κυρίως λόγω των καινοτομιών που εισήγαγε ο Σκριάμπιν, με το συναρπαστικό μελωδικό και ρυθμικό του λεξιλόγιο, ακόμη και λόγω της τόλμης ή, και γιατί όχι, της έπαρσης που διαφαινόταν πίσω από τις υψηλές συνθετικές προθέσεις που εξέθετε ο 28χρονος συνθέτης, και όχι λόγω κάποιας ουσιαστικής αδυναμίας της Συμφωνίας.

Τη Συμφωνία αρ. 1 σε Μι μείζονα, έργο 26, του Αλεξάντερ Σκριάμπιν, ερμηνεύουν η Φιλαρμονική Χορωδία και η Βασιλική Φιλαρμονική Ορχήστρα της Στοκχόλμης, υπό τη διεύθυνση του διάσημου Φινλανδού αρχιμουσικού Leif Segerstam. Συμπράττουν οι σολίστες Inger Blom (μεσόφωνος) και Lars Magnusson (τενόρος).


Το βίντεο αφαιρέθηκε για λόγους πνευματικών δικαιωμάτων – The video was removed for copyright reasons

Αλεξάντερ Σκριάμπιν, 100 χρόνια από το θάνατό του
Alexander Scriabin, 100 years after his death

Alexander Scriabin (1872-1915)

♪ Symphony No.1 in E major, Op.26 (1899-1900)

i. Lento
ii. Allegro dramatico
iii. Lento
iv. Vivace
v. Allegro
vi. Andante (with soloists and choir)

Inger Blom, mezzo-soprano
Lars Magnusson, tenor

Stockholm Philharmonic Choir
Royal Stockholm Philharmonic Orchestra

Μουσική διεύθυνση (Conductor): Leif Segerstam

Recorded at the Stockholm Concert Hall (Konserthuset), Sweden, in June 1991 (Ιούνιος 1991)

BIS Records

Painting: Grigoris Semitekolo (1935-2014), Oil on canvas, 1970-1979

(HD 1080p – Audio video)


Γρηγόρης Σεμιτέκολο: Λάδι σε καμβά, 1970-1979
Ο Γρηγόρης Σεμιτέκολο γεννήθηκε στην Αθήνα το 1935. Μαθήτευσε πρώτα στο εργαστήρι του Πάνου Σαραφιανού και στη συνέχεια σπούδασε στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών, με δάσκαλο τον Γιάννη Μόραλη. Συνέχισε τις σπουδές του στο Μόναχο, όπου το 1962 παρουσίασε για πρώτη φορά τη δουλειά του στο Πανεπιστήμιο του Μονάχου.

Η γνωριμία του με τον Γιάννη Χρήστου είχε ως αποτέλεσμα τη συμμετοχή του ως περφόρμερ στα έργα του σπουδαίου Έλληνα συνθέτη «Επίκυκλος» και «Αναπαράσταση ΙΙΙ – Ο Πιανίστας», που παρουσιάστηκαν το 1969 στην Ελληνοαμερικανική Ένωση της Αθήνας και σε άλλες ελληνικές πόλεις, καθώς και σε πόλεις της Ευρώπης και της Αμερικής.

Από τις αρχές της δεκαετίας του 1970 άρχισε να οργανώνει χάπενινγκ με ζωντανή μουσική (το 1972 με τον συνθέτη Χρήστο Σφέτσα), ενώ από το 1974 εμφανίζονται στο έργο του τα χαρακτηριστικά ανθρώπινα ομοιώματα, οι λευκές άφυλες και ανέκφραστες «κούκλες», που έκτοτε συμμετέχουν σε πολλές δράσεις του, συχνά με σατιρικό περιεχόμενο και τελετουργικό ύφος.

Στη ζωγραφική του αναπτύσσει μία προσωπική γλώσσα, με εικόνες συμβολικών αντικειμένων ή αφαιρετικών μοτίβων, σε συνθέσεις ονειρικές, με υποβλητικά χρώματα και σκληρό φωτισμό, που δημιουργούν ένα σουρεαλιστικό κλίμα.

Το 1985 παρουσίασε την περφόρμανς «Κοσμικό Ανατομείο», η οποία επαναλήφθηκε στο 5ο φεστιβάλ του Μοντιβιλιέ (1990) και στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών (1992), ενώ το 1993 κινηματογραφήθηκε από τον Βασίλη Βαφέα κι έγινε ταινία.

Ήταν ιδρυτικό μέλος του Κέντρου Εικαστικών Τεχνών (ΚΕΤ). Ασχολήθηκε, επίσης, με τη σκηνογραφία, επιμελήθηκε μουσικοθεατρικές παραστάσεις και συνεργάστηκε με άλλους εικαστικούς καλλιτέχνες για την ηχητική επένδυση των έργων τους.

Το εικαστικό του έργο έχει παρουσιαστεί σε πολλές ατομικές και ομαδικές εκθέσεις, στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Έργα του βρίσκονται σε ιδιωτικές αλλά και δημόσιες συλλογές, όπως η Εθνική Πινακοθήκη, η Πινακοθήκη του Δήμου Αθηναίων, το Κέντρο Σύγχρονης Τέχνης Ρεθύμνου «Λευτέρης Κανακάκης», στο Μουσείο Βορρέ και αλλού.

Ο Γρηγόρης Σεμιτέκολο πέθανε στις 23 Δεκεμβρίου 2014, σε ηλικία 79 ετών. Σύζυγός του ήταν η γνωστή πιανίστρια Νέλλη Σεμιτέκολο.

Πηγή: sansimera.gr

Leif Segerstam















Δείτε επίσης – See also

Alexander Scriabin: Prometheus (The Poem of Fire) – Royal Stockholm Philharmonic Orchestra, Love Derwinger, Leif Segerstam (Audio video)

Thursday, June 25, 2015

Alexander Scriabin: Prometheus (The Poem of Fire) – Royal Stockholm Philharmonic Orchestra, Love Derwinger, Leif Segerstam (Audio video)

Γρηγόρης Σεμιτέκολο (1935-2014), Λάδι σε καμβά, 1970-1979















Γεννημένος το 1872 στη Μόσχα από αριστοκρατική οικογένεια, ο Αλεξάντερ Σκριάμπιν σπούδασε στο Ωδείο με τους Anton Arensky και Sergei Taneyev και το 1894 έκανε το ντεμπούτο του ως πιανίστας στην Αγία Πετρούπολη, παρουσιάζοντας ένα πρόγραμμα με δικές του συνθέσεις, επηρεασμένες από το ύφος της ρομαντικής σχολής.

Μετά την πρώτη αυτή εμφάνισή του, που προκάλεσε αίσθηση στους μουσικούς κύκλους, έδωσε ορισμένα ρεσιτάλ σε ρωσικές πόλεις, ενώ έπαιξε και δύο φορές για τον Λέοντα Τολστόι, προσκεκλημένος στην κατοικία του, στη «Γιάσναγια Πολιάνα», 200 χιλιόμετρα έξω από τη Μόσχα. Ακούγοντάς τον να παίζει ένα πρελούδιο, ο Τολστόι είπε με θαυμασμό στον γραμματέα του: «Από αυτό το απλό κομμάτι καταλαβαίνεις ότι πρόκειται για σπουδαίο καλλιτέχνη».

Μεταξύ του 1897 και του 1909 ο Σκριάμπιν έκανε δύο γάμους, ταξίδεψε και έπαιξε στην Ελβετία, στη Γαλλία, στην Ιταλία, στο Βέλγιο και στις ΗΠΑ, έζησε δύο χρόνια στο Παρίσι και στις Βρυξέλλες και το 1909 επέστρεψε οριστικά στη Μόσχα για να αφοσιωθεί στη σύνθεση μεγαλόπνοων έργων με φιλοσοφικό υπόβαθρο, τα οποία είχαν αρχίσει να τον απασχολούν ήδη από το 1903, όταν διαφοροποίησε την αρμονική του γλώσσα, χωρίς ακόμη να έχει απομακρυνθεί εντελώς από την παραδοσιακή τονικότητα.

Το 1910, πέντε χρόνια πριν από τον πρόωρο θάνατό του, ο Σκριάμπιν συνέθεσε το αριστούργημα της τελευταίας του περιόδου, τη Συμφωνία «Προμηθέας (Το Ποίημα της Φωτιάς)» για πιάνο, μεγάλη ορχήστρα και χορωδία, αφορμώμενος από τον Τιτάνα της ελληνικής μυθολογίας που έκλεψε από τους Θεούς τη φωτιά για να την αποδώσει στους ανθρώπους, και από την αντιστοιχία του με τον Λούσιφερ της εβραϊκής Βίβλου.

Alexander Scriabin (1872-1915)
Οπαδός της θεοσοφίας και των φιλοσοφικών θεωριών της Έλενα Μπλαβάτσκι, φίλος των Ρώσων συμβολιστών ποιητών Vyacheslav Ivanov και Konstantin Balmont, και θαυμαστής του μεταφυσικού εικαστικού σύμπαντος του Γάλλου ζωγράφου Οντιλόν Ρεντόν, ο Σκριάμπιν εξέφρασε στον «Προμηθέα» την επιτομή των πνευματικών και μουσικών του αναζητήσεων, υλοποιώντας ένα καλλιτεχνικό όραμα ανάλογο με εκείνο που είχε υλοποιήσει τo 1882 ο Ρίχαρντ Βάγκνερ στον «Πάρσιφαλ». Στη σύνθεση του έργου χρησιμοποίησε ένα νέο είδος αρμονίας, βασισμένο στην προσφιλή του συγχορδία Ντο - Φα δίεση - Σι ύφεση - Μι - Λα - Ρε (γνωστή αργότερα ως προμηθεϊκή ή μυστικιστική συγχορδία), προτείνοντας για κάθε νότα μια αντιστοιχία χρώματος: κόκκινο για το Ντο, πορτοκαλί για το Σολ, κίτρινο για το Ρε, πράσινο για το Λα, μπλε για το Μι και το Σι, γαλάζιο για το Φα δίεση, βιολετί για το Ρε ύφεση, πορφυρό για το Λα ύφεση, ασημί για το Μι ύφεση και το Σι ύφεση, και σκούρο κόκκινο για το Φα. Σύμφωνα με τη σύλληψη του Σκριάμπιν, καθώς η Συμφωνία θα εκτελείτο στο σκοτάδι, ένα ειδικά κατασκευασμένο κλαβιέ (chromola) θα φώτιζε την ορχήστρα εκπέμποντας τα συγκεκριμένα χρώματα στις μουσικές φράσεις που συμβόλιζαν τα μηνύματα του έργου, ώστε μέσα από έναν εμπνευσμένο συνδυασμό μουσικής, φωτός και κίνησης να προκαλούνται συγκεκριμένα συναισθήματα και αντιδράσεις στο κοινό.

Η Συμφωνία παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στη Μόσχα στις 2 Μαρτίου 1911, με σολίστ στο πιάνο τον Σκριάμπιν και μαέστρο τον Sergey Koussevitzky, προκαλώντας αίσθηση στο ακροατήριο. Ο συνθέτης και μουσικολόγος Leonid Sabaneyev, ο οποίος το 1916 εξέδωσε την πρώτη σοβαρή μελέτη πάνω στη μουσική του Σκριάμπιν, είχε γράψει τις προγραμματικές σημειώσεις της πρεμιέρας, μεταφέροντας το 1912 τις εντυπώσεις του από αυτήν σε ένα άρθρο του στο «Αλμανάκ του Γαλάζιου Καβαλάρη» ως εξής: «Όσοι παραβρέθηκαν στην παρουσίαση του "Προμηθέα" με τα εντυπωσιακά χρωματικά εφέ που συνόδευαν την εκτέλεση, διαπίστωσαν ότι κάθε μουσική ιδέα υπογραμμιζόταν απόλυτα και αποτελεσματικά από τον κατάλληλο φωτισμό, ενώ η δύναμη του συμφωνικού αυτού οράματος του Μυστηρίου είχε πολλαπλασιαστεί και ενταθεί στον υπέρτατο βαθμό, οδηγώντας τους ακροατές στην πολυπόθητη έκσταση που επεδίωκε ο συνθέτης».

Ο συνδυασμός μουσικής, φωτός και κίνησης που εφάρμοσε στον «Προμηθέα» ο Σκριάμπιν, κερδίζοντας τον τίτλο του πρώτου multimedia artist στην ιστορία της μουσικής, επηρέασε εν μέρει τον ζωγράφο Βασίλι Καντίνσκι στην ολοκλήρωση του πειραματικού σκηνικού του θεάματος «Κίτρινος ήχος», ενώ οι πρωτοποριακές ιδέες του εκτιμήθηκαν από πολλούς σύγχρονους και μεταγενέστερους ομότεχνούς του, όπως οι Νικολάι Ρίμσκι-Κόρσακοφ, Ιγκόρ Στραβίνσκι, Άρνολντ Σένμπεργκ, Ολιβιέ Μεσιάν, Arthur-Vincent Lourié και άλλοι.

Τη Συμφωνία «Προμηθέας (Το Ποίημα της Φωτιάς)», έργο 60, του Αλεξάντερ Σκριάμπιν, ερμηνεύει ο Σουηδός πιανίστας Love Derwinger. Τη Φιλαρμονική Χορωδία και τη Βασιλική Φιλαρμονική Ορχήστρα της Στοκχόλμης διευθύνει ο διάσημος Φινλανδός αρχιμουσικός Leif Segerstam.

Το βίντεο αφαιρέθηκε για λόγους πνευματικών δικαιωμάτων – The video was removed for copyright reasons

Αλεξάντερ Σκριάμπιν, 100 χρόνια από το θάνατό του
Alexander Scriabin, 100 years after his death

Alexander Scriabin (1872-1915)

♪ Prometheus (The Poem of Fire), Op.60 (1909-1910)

Love Derwinger, piano

Stockholm Philharmonic Choir
Royal Stockholm Philharmonic Orchestra

Μουσική διεύθυνση (Conductor): Leif Segerstam

Recorded at the Stockholm Concert Hall (Konserthuset), Sweden, in June 1991 (Ιούνιος 1991)

BIS Records

Painting: Grigoris Semitekolo (1935-2014), Oil on canvas, 1970-1979

(HD 1080p – Audio video)

Πηγή για την εισαγωγή: Κάτια Καλλιτσουνάκη (Παραγωγός ραδιοφωνικών εκπομπών)


Grigoris Semitekolo (1935-2014)
Ο Γρηγόρης Σεμιτέκολο γεννήθηκε στην Αθήνα το 1935. Μαθήτευσε πρώτα στο εργαστήρι του Πάνου Σαραφιανού και στη συνέχεια σπούδασε στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών, με δάσκαλο τον Γιάννη Μόραλη. Συνέχισε τις σπουδές του στο Μόναχο, όπου το 1962 παρουσίασε για πρώτη φορά τη δουλειά του στο Πανεπιστήμιο του Μονάχου.

Η γνωριμία του με τον Γιάννη Χρήστου είχε ως αποτέλεσμα τη συμμετοχή του ως περφόρμερ στα έργα του σπουδαίου Έλληνα συνθέτη «Επίκυκλος» και «Αναπαράσταση ΙΙΙ – Ο Πιανίστας», που παρουσιάστηκαν το 1969 στην Ελληνοαμερικανική Ένωση της Αθήνας και σε άλλες ελληνικές πόλεις, καθώς και σε πόλεις της Ευρώπης και της Αμερικής.

Από τις αρχές της δεκαετίας του 1970 άρχισε να οργανώνει χάπενινγκ με ζωντανή μουσική (το 1972 με τον συνθέτη Χρήστο Σφέτσα), ενώ από το 1974 εμφανίζονται στο έργο του τα χαρακτηριστικά ανθρώπινα ομοιώματα, οι λευκές άφυλες και ανέκφραστες «κούκλες», που έκτοτε συμμετέχουν σε πολλές δράσεις του, συχνά με σατιρικό περιεχόμενο και τελετουργικό ύφος.

Στη ζωγραφική του αναπτύσσει μία προσωπική γλώσσα, με εικόνες συμβολικών αντικειμένων ή αφαιρετικών μοτίβων, σε συνθέσεις ονειρικές, με υποβλητικά χρώματα και σκληρό φωτισμό, που δημιουργούν ένα σουρεαλιστικό κλίμα.

Το 1985 παρουσίασε την περφόρμανς «Κοσμικό Ανατομείο», η οποία επαναλήφθηκε στο 5ο φεστιβάλ του Μοντιβιλιέ (1990) και στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών (1992), ενώ το 1993 κινηματογραφήθηκε από τον Βασίλη Βαφέα κι έγινε ταινία.

Ήταν ιδρυτικό μέλος του Κέντρου Εικαστικών Τεχνών (ΚΕΤ). Ασχολήθηκε, επίσης, με τη σκηνογραφία, επιμελήθηκε μουσικοθεατρικές παραστάσεις και συνεργάστηκε με άλλους εικαστικούς καλλιτέχνες για την ηχητική επένδυση των έργων τους.

Το εικαστικό του έργο έχει παρουσιαστεί σε πολλές ατομικές και ομαδικές εκθέσεις, στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Έργα του βρίσκονται σε ιδιωτικές αλλά και δημόσιες συλλογές, όπως η Εθνική Πινακοθήκη, η Πινακοθήκη του Δήμου Αθηναίων, το Κέντρο Σύγχρονης Τέχνης Ρεθύμνου «Λευτέρης Κανακάκης», στο Μουσείο Βορρέ και αλλού.

Ο Γρηγόρης Σεμιτέκολο πέθανε στις 23 Δεκεμβρίου 2014, σε ηλικία 79 ετών. Σύζυγός του ήταν η γνωστή πιανίστρια Νέλλη Σεμιτέκολο.

Πηγή: sansimera.gr


Leif Segerstam


















Δείτε επίσης – See also

Alexander Scriabin: Symphony No.1 in E major – Royal Stockholm Philharmonic Orchestra, Leif Segerstam (Audio video)

Wednesday, June 24, 2015

Johann Sebastian Bach: Cantata BWV 35 – Carlos Mena, Musica Aeterna













"Geist und Seele wird verwirret" (Spirit and soul become confused), BWV 35, is a church cantata by Johann Sebastian Bach. He composed the solo cantata for alto voice in Leipzig for the twelfth Sunday after Trinity and first performed it on 8 September 1726.

Bach composed the Cantata in his fourth year as Thomaskantor (musical director) in Leipzig. The text is based on the day's prescribed reading from the Gospel of Mark, the healing of a deaf mute man. The librettist is Georg Christian Lehms, whose poetry Bach had used already in Weimar as the basis for solo cantatas. The text quotes ideas from the gospel and derives from these the analogy that as the tongue of the deaf mute man was opened, the believer should be open to admire God's miraculous deeds. The cantatas for this Sunday have a positive character, which Bach stressed in earlier works for the occasion by including trumpets in the score. In this work, he uses instead an obbligato solo organ in several movements.

The Cantata is structured in seven movements in two parts, to be performed before and after the sermon. Both parts are opened by an instrumental sinfonia with solo organ, probably derived from concerto music composed earlier in Weimar or Köthen. The alto singer performs a sequence of alternating arias and recitatives, accompanied in all three arias by the organ as an equal partner. The orchestra is formed by two oboes, taille (baroque tenor oboe), strings and basso continuo. The alto part is demanding and was probably written with a specific singer in mind, as with the two other solo cantatas composed in the same period.

Source: en.wikipedia.org



Ο Ισπανός κόντρα-τενόρος Carlos Mena και το μπαρόκ σύνολο Musica Aeterna ερμηνεύουν την Καντάτα "Geist und Seele wird verwirret", BWV 35, του Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ. Η Καντάτα παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στη Λειψία, στις 8 Σεπτεμβρίου 1726. Το έργο απαιτεί μικρό σύνολο από άλτο, δύο όμποε, taille (baroque tenor oboe), όργανο, δύο βιολιά, βιόλα και μπάσο κοντίνουο. Η συναυλία δόθηκε στον καθεδρικό ναό του Αγίου Μαρτίνου στην Μπρατισλάβα (Σλοβακία) στις 10 Ιουνίου 2013.



Johann Sebastian Bach (1685-1750)

♪ Cantata BWV 35, "Geist und Seele wird verwirret" (1726)

Part I
i. Sinfonia
ii. Aria: Geist und Seele wird verwirret
iii. Recitative: Ich wundre mich
iv. Aria: Gott hat alles wohlgemacht

Part II
v. Sinfonia
vi. Recitative: Ach, starker Gott
vii. Aria: Ich wünsche nur bei Gott zu leben

Carlos Mena, countertenor
Monika Melcová, organ

Musica Aeterna
Artistic leader: Peter Zajíček

St Martin's Cathedral, Bratislava, Days of Early Music Festival, June 10, 2013

(HD 1080p)

First publication: June 24, 2015 / Πρώτη δημοσίευση: 24 Ιουνίου 2015
Last update: December 31, 2016 / Τελευταία ενημέρωση: 31 Δεκεμβρίου 2016

























See also / Δείτε επίσης

Antonio Vivaldi: Nisi Dominus, & Stabat Mater – Carlos Mena, Ricercar Consort, Philippe Pierlot

Under The Shadow – Carlos Mena, Ghalmia Senouci, Disfonik Orchestra, Jacques Beaud (Audio video)

Domenico Scarlatti: Salve Regina in A major – Carlos Mena, Ensemble 415, Chiara Banchini

Antonio Vivaldi: Stabat Mater – Carlos Mena, Ensemble 415, Chiara Banchini

Tuesday, June 23, 2015

Ο Κιρίλ Πετρένκο επικεφαλής της Φιλαρμονικής του Βερολίνου – Kirill Petrenko is the new Chief Conductor of the Berlin Philharmonic

Kirill Petrenko (Photo: Wilfried Hösl)














Ο 43χρονος Ρώσος μαέστρος Κιρίλ Πετρένκο είναι τελικά ο επόμενος καλλιτεχνικός διευθυντής της Φιλαρμονικής του Βερολίνου, όπως ανακοινώθηκε τη Δευτέρα 22 Ιουνίου. Ο Πετρένκο παίρνει τη σκυτάλη από τον σερ Σάιμον Ρατλ, η σύμβαση του οποίου λήγει το 2018. Ο διορισμός του Πετρένκο έρχεται μετά από έξι εβδομάδες και μια εντεκάωρη συνεδρίαση κατά τη διάρκεια της οποίας τα 124 μέλη της Ορχήστρας απέτυχαν να εκλέξουν νέο μαέστρο. Η εκλογή νέου μαέστρου είχε κριθεί ως απαραίτητη καθώς ο Ρατλ είχε δηλώσει ότι δεν θα ήθελε να ανανεώσει το συμβόλαιό του μετά από 16 χρόνια στην Ορχήστρα. Ο Ρατλ επιστρέφει στη Μεγάλη Βρετανία και αναλαμβάνει τη Συμφωνική Ορχήστρα του Λονδίνου από τον Σεπτέμβριο του 2017. Για την ιστορία, είναι αποκλειστικό δικαίωμα των μουσικών της Φιλαρμονικής Ορχήστρας του Βερολίνου να εκλέγουν νέο μαέστρο. Ούτε ο νυν καλλιτεχνικός διευθυντής, ούτε ο γενικός διευθυντής, ούτε το υπουργείο Πολιτισμού του Βερολίνου μπορεί να ασκήσει βέτο στην απόφαση.

Ο Πετρένκο γεννήθηκε στο Ομσκ στη νοτιοδυτική Σιβηρία το 1972. Σπούδασε πιάνο και έκανε το ντεμπούτο του ως πιανίστας σε ηλικία 11 ετών. Στα 18 του μαζί με την οικογένειά του μετανάστευσαν στην Αυστρία. Εκεί αποφοίτησε με άριστα στις σπουδές πιάνου και συνέχισε τις μουσικές σπουδές του στο Πανεπιστήμιο Μουσικής και Παραστατικών Τεχνών της Βιένης. Έκανε το ντεμπούτο του ως μαέστρος το 1995. Ήταν διευθυντής της Κωμικής Όπερας του Βερολίνου από το 2002 έως το 2007 και στη συνέχεια στην Κρατική Όπερα της Βαυαρίας έως το 2013.

«Κανείς δεν μπορεί να περιγράψει με λέξεις τι αισθάνομαι, από ευφορία και χαρά έως δέος και αμφιβολία, κάθε συναίσθημα», δήλωσε ο Κιρίλ Πετρένκο στην ανακοίνωσή του όπου επιβεβαίωνε ότι αποδέχθηκε τη θέση. «Θέλω να κινητοποιήσω όλες μου τις δυνάμεις προκειμένου να ανταποκριθώ επάξια στο ρόλο του επικεφαλής της εξαιρετικής Ορχήστρας και έχω πλήρη επίγνωση της ευθύνης μου και των υψηλών προσδοκιών στο πρόσωπό μου», υπογράμμισε ο νέος διευθυντής της Φιλαρμονικής του Βερολίνου.

Νυν μουσικός διευθυντής της όπερας του Κρατιδίου της Βαυαρίας στο Μόναχο, ο Κιρίλ Πετρένκο βρισκόταν μεταξύ των επικρατέστερων για την ανάληψη της περίοπτης αυτής θέσης, ακόμη και αν οι ειδήμονες φαντάζονταν μια μονομαχία μεταξύ δύο άλλων μεγάλων φαβορί: του Ισραηλινοαργεντίνου Ντάνιελ Μπάρενμποϊμ, 72 ετών, και του Γερμανού Κρίσταν Τίλεμαν, 56 ετών, που διευθύνει την ιστορική Σταατσκαπέλε της Δρέσδης. Από την πλευρά του, ο απερχόμενος επικεφαλής Σάιμον Ρατλ είπε: «Θαυμάζω τον Κιρίλ Πετρένκο εδώ και χρόνια και είμαι πολύ χαρούμενος που θα με διαδεχθεί σε αυτήν την υπέροχη ορχήστρα».

Διάσημος για τη βαθιά του γνώση του έργου των Τζάκομο Πουτσίνι, Ρίχαρντ Στράους και Ρίχαρντ Βάγκνερ, ο Κιρίλ Πετρένκο εξελέγη μαέστρος της χρονιάς από το γερμανικό περιοδικό Opernwelt (Ο κόσμος της Όπερας) το 2014.

Πηγές: lifo.gr & in.gr


Kirill Petrenko (Photo: Wilfried Hösl)















During an orchestra assembly last Sunday Kirill Petrenko was elected by a large majority of the members of the Berliner Philharmoniker as the Chief Conductor Designate of the orchestra and Artistic Director of the Berliner Philharmoniker Foundation. He succeeds Sir Simon Rattle, who will leave the orchestra in August of 2018.

Kirill Petrenko, currently music director of the Bavarian State Opera, said: “Words cannot express my feelings – everything from euphoria and great joy to awe and disbelief. I am aware of the responsibility and high expectations of me, and I will do everything in my power to be a worthy conductor of this outstanding orchestra. Above all, however, I hope for many moments of artistic happiness in our music-making together which will reward our hard work and fill our lives as artists with meaning.”

Kirill Petrenko (Photo: Wilfried Hösl)














Sunday, June 21, 2015

Engelbert Humperdinck: Hänsel und Gretel – Brigitte Fassbaender, Edita Gruberova, Helga Dernesch, Hermann Prey, Sena Jurinac – Wiener Philharmoniker, Georg Solti (HD 1080p)

Ο Ένγκελμπερτ Χούμπερντινκ είναι ένας από τους σπάνιους εκείνους συνθέτες των οποίων η υστεροφημία οφείλεται αποκλειστικά σε ένα έργο. Γεννημένος το 1854 στο Ζίγκμπουργκ, κοντά στη Βόννη, ο Ένγκελμπερτ Χούμπερντινκ, γιος διευθυντή σχολείου, μαθαίνει να παίζει πιάνο στην ηλικία των επτά ετών. Ο Χούμπερντινκ γράφεται το 1872 στο Ωδείο της Κολονίας, αφού πρώτα έχει σπουδάσει αρχιτεκτονική για να ικανοποιήσει την επιθυμία και τη φιλοδοξία των γονιών του. Ο συνθέτης, πιανίστας και διευθυντής ορχήστρας Ferdinand Hiller είναι παλιός φίλος του Λουί Σπορ (Louis Spohr), του Φέλιξ Μέντελσον και της οικογένειας του Ρόμπερτ Σούμαν και, κυρίως, ένας μεγάλος παιδαγωγός, δίπλα στον οποίο ο νεαρός Χούμπερντινκ αποκτά στέρεες βάσεις στη μουσική. Χάρη στο «Βραβείο Μότσαρτ» που η πόλη της Φρανκφούρτης του απονέμει το 1876, ο Χούμπερντινκ συνεχίζει τις μουσικές του σπουδές στο Μόναχο υπό την επιμέλεια των Rheinberger και Lachner, ξακουστών καθηγητών και υπέρμαχων μιας συντηρητικής αισθητικής.

Η ιδέα μιας όπερας βασισμένης στην ιστορία του Χένσελ και της Γκρέτελ προέρχεται εν μέρει από την Adelheid Wette, μικρότερη αδελφή του συνθέτη, η οποία τον Μάιο του 1890, του παραγγέλνει να της γράψει κάποια τραγούδια. Η Adelheid μόλις είχε συγγράψει μια θεατρική διασκευή του διάσημου παραμυθιού των αδελφών Γκριμ στο πλαίσιο ενός γκαλά που είχε διοργανώσει για να κάνει έκπληξη στον σύζυγό της. Ένα από τα πιο δημοφιλή μουσικά θέματα του έργου, η χαριτωμένη άρια της Γκρέτελ "Brüderchen, komm tanz mit mir" («Αδελφούλη, έλα, χόρεψε μαζί μου») υπήρχε ήδη στην αρχική διασκευή της Adelheid. Η επιτυχία της οικογενειακής παράστασης παροτρύνει την αδελφή του μουσικού να επεξεργαστεί περαιτέρω τη διασκευή της και να τη μετατρέψει σε λιμπρέτο, το οποίο και ολοκληρώνει τον Δεκέμβριο του ίδιου έτους. Η παρτιτούρα γράφεται έναν χρόνο αργότερα, το 1891, και η ενορχήστρωση ολοκληρώνεται τον Σεπτέμβριο του 1893. Η όπερα προσελκύει το ενδιαφέρον πολλών διευθυντών θεάτρων και διευθυντών ορχήστρας, μεταξύ των οποίων και οι Felix Mottl, Hermann Levi και Ρίχαρντ Στράους, ο οποίος ήταν καλός φίλος του Χούμπερντινκ. Στην πρεμιέρα του έργου, στις 23 Δεκεμβρίου 1893, στο Hoftheater της Βαϊμάρης, τη διεύθυνση της ορχήστρας αναλαμβάνει τελικά ο νεαρός Ρίχαρντ Στράους.

Η μαγεία του έργου «Χένσελ και Γκρέτελ» οφείλεται σε μια μουσική γλώσσα εκλεπτυσμένη και βαθύτατα επηρεασμένη από τον Βάγκνερ, η οποία δεν αποποιείται την πολυπλοκότητα, αλλά ούτε τη μετριοπαθή, αλλά αδιαφιλονίκητη χρήση της τεχνικής του λάιτ μοτίφ (leitmotiv: καθοδηγητικό μοτίβο) που χρησιμοποιούσε πολύ ο μεγάλος συνθέτης του Μπαϊρόιτ. Η μουσική αυτή γλώσσα συνεχίζει ακόμη και σήμερα να είναι κατανοητή χάρη στον ανεξάντλητο μελωδικό της πλούτο και τα διάσπαρτα φολκλορικά στοιχεία. Διοχετεύοντας, στο μουσικό του λόγο, τις σωστές δόσεις φαντασίας και ρεαλισμού, ο Χούμπερντινκ, χάρη στη στην εξαιρετική του αισθητική άποψη, γνωρίζει θαυμάσια πώς να προσαρμόζει την ελαφρότητα και τον αυθορμητισμό των μελωδιών του στην αφελή ατμόσφαιρα του παιδικού παραμυθιού, αποφεύγοντας τον στόμφο στον οποίο συχνά υπέκυπταν πολλοί συνεχιστές του Βάγκνερ. Έτσι, η αυθεντική λαϊκή χροιά των απολαυστικών ντουέτων των ερμηνευτών ενσωματώνεται, με τον πλέον φυσικό τρόπο, σε μιαν ενορχήστρωση τόσο πλούσια και απολαυστική όσο και οι τοίχοι του καραμελένιου σπιτιού που τα δύο παιδιά καταβροχθίζουν με τόση απόλαυση.

Στην κινηματογραφική μεταφορά, από τον August Everding, της όπερας «Χένσελ και Γκρέτελ» του Ένγκελμπερτ Χούμπερντινκ, τους ρόλους ερμηνεύουν: Χένσελ, η μεγάλη Γερμανίδα μεσόφωνος Brigitte Fassbaender (γενν. 1939)· Γκρέτελ, η σπουδαία Σλοβάκα δραματική κολορατούρα υψίφωνος Edita Gruberova (γενν. 1946)· Πατέρας, ο αξέχαστος Γερμανός λυρικός βαρύτονος Hermann Prey (1929-1998)· Μητέρα, της οποίας ο ρόλος είναι γραμμένος για ελαφριά μεσόφωνο, η περίφημη Αυστριακή μεσόφωνος αλλά και υψίφωνος Helga Dernesch (γενν. 1939)· Μάγισσα (ρόλος γραμμένος για μεσόφωνο), η πολύ γνωστή για την εξαιρετικά σπάνια φωνή της, Βοσνιοκροάτισσα λυρική υψίφωνος αλλά και μεσόφωνος Sena Jurinac (1921- 2011). Τον Σκονάνθρωπο και το Δροσοανθρωπάκι (και οι δύο ρόλοι γραμμένοι για οξύφωνους) ερμηνεύουν, αντίστοιχα, η Ιρλανδή λυρική υψίφωνος Norma Burrowes (γενν. 1944) και η Αυστριακή υψίφωνος Elfriede Hobarth. Τη Φιλαρμονική της Βιένης διευθύνει ο Georg Solti (1912, Βουδαπέστη, Ουγγαρία - 1997, Αντίμπ, Γαλλία), ένας από τους σημαντικότερους διευθυντές ορχήστρας του εικοστού αιώνα.

Με αγγλικούς υπότιτλους – With English subtitles



Engelbert Humperdinck (1854-1921)

Hänsel und Gretel (1891-1892)


Fairy-tale opera in three acts

A film by August Everding

Libretto (Λιμπρέτο): Adelheid Wette

Hänsel..........Brigitte Fassbaender, mezzo-soprano
Gretel..........Edita Gruberova, soprano
Peter (their father)..........Hermann Prey, baritone
Gertrud (their mother)..........Helga Dernesch, soprano & mezzo-soprano
Die Knusperhexe (the witch)..........Sena Jurinac, soprano & mezzo-soprano
Sandmännchen (Sandman)..........Norma Burrowes, soprano
Taumännchen (Dew Fairy)..........Elfriede Hobarth, soprano

Wiener Philharmoniker

Conductor (Μουσική Διεύθυνση): Georg Solti

Direction (Σκηνοθεσία): August Everding

Filmed in Vienna, 1981

Βίντεο υψηλής ευκρίνειας με υψηλή ποιότητα ήχου
High definition video with high quality audio

(HD 1080p)

Δημοσιεύτηκε στο Youtube για λογαριασμό του Blog: Πρόσωπα της Κλασικής Μουσικής (Faces of Classical Music)

Helga Dernesch, Hermann Prey
















Σύνοψη

ΠΡΩΤΗ ΠΡΑΞΗ


Στο καλύβι του Χένσελ και της Γκρέτελ. Ο Χένσελ και η Γκρέτελ είναι μόνοι τους, μέσα σε ένα άθλιο καλύβι στην άκρη του δάσους, δίπλα στο βουνό Ίλζενσταϊν. Ζουν μαζί με τη μητέρα και τον πατέρα τους, ο οποίος πουλά τις σκούπες που κατασκευάζει η οικογένεια. Ο Χένσελ δένει μια σκούπα ενώ η αδελφή του πλέκει μια κάλτσα, όσο περιμένουν να επιστρέψει η μητέρα τους. Η Γκρέτελ παροτρύνει τον αδελφό της να τραγουδήσει, όμως αυτός παραπονείται: πεινάει και δεν θέλει άλλο να δουλέψει. Η Γκρέτελ αρπάζει μια σκούπα και δίνει ένα μάθημα χορού στον αδελφό της, δείχνοντάς του μια γαβάθα με γάλα που μόλις τους έφερε μια γειτόνισσα. Ο Χένσελ δεν κρατιέται και βυθίζει το δάχτυλό του στην κρέμα.


Brigitte Fassbaender, Edita Gruberova
Τα παιδιά έχουν καταφέρει να ξεγελάσουν την πείνα τους και χορεύουν έναν κυκλικό χορό, όταν η πόρτα ανοίγει απότομα. Είναι η μητέρα τους, η Γερτρούδη, η οποία γυρίζει στο σπίτι. Ξεθεωμένη και νευριασμένη, μαλώνει τα παιδιά για την τεμπελιά τους, δίνει ένα χαστούκι στον Χένσελ και, καθώς πηγαίνει να φέρει το μπαστούνι για να τα δείρει, χτυπάει το τραπέζι όπου βρίσκεται η γαβάθα με το γάλα, η οποία πέφτει στο πάτωμα και σπάει. Δεν μένει τίποτα πια για να φάνε. Απελπισμένη, η μητέρα ξεκρεμά ένα μικρό καλάθι από τον τοίχο και προστάζει τα παιδιά της να πάνε να μαζέψουν φράουλες στο δάσος. Μόλις εκείνα βγαίνουν από το σπίτι, η μητέρα οικτίρει την κακή της τύχη. Προσεύχεται στο Θεό και του ζητά να της στείλει χρήματα. Ύστερα ακουμπά το κεφάλι της στο μπράτσο της και αποκοιμιέται.

Ακούγεται από μακριά μια χαρούμενη φωνή: είναι ο πατέρας, ο Πέτρος, ο οποίος επιστρέφει τραγουδώντας με ένα κοφίνι στην πλάτη. Είναι κάπως μεθυσμένος και πολύ ευτυχισμένος επειδή πούλησε σε καλή τιμή όλες του τις σκούπες και τις βούρτσες στην εμποροπανήγυρη του Χέρενβαλντ. Ξυπνά τη γυναίκα του και τη φιλά. Εκείνη ενοχλείται με τη φασαρία και του αναγγέλλει ότι δεν υπάρχει καθόλου φαγητό. Ο Πέτρος την παρηγορεί λέγοντάς της να ρίξει μια ματιά στο κοφίνι. Η Γερτρούδη το αδειάζει μη μπορώντας να συγκρατήσει τη χαρά της στη θέα τέτοιας αφθονίας αγαθών.

Έτοιμος να πιει μια γουλιά λικέρ, ο Πέτρος αλλάζει γνώμη και ρωτά τη γυναίκα του πού βρίσκονται τα παιδιά. Η Γερτρούδη τού εξιστορεί τα πρόσφατα γεγονότα, το γυρισμό της στο σπίτι, την οργή της όταν είδε πως τα παιδιά δεν δούλευαν, το σπάσιμο της γαβάθας με το γάλα και, τέλος, την τιμωρία των παιδιών, τα οποία έστειλε να μαζέψουν φράουλες στο δάσος του Ίλζενσταϊν. Ο πατέρας τρομάζει στη σκέψη ότι τα παιδιά του μπορεί να χαθούν στο δάσος. Ρωτά τη γυναίκα του αν ήξερε ότι στα βάθη του δάσους μένει η Μάγισσα που τρώει παιδιά, η οποία, μαζί με τις αδελφές της, καβαλά τη σκούπα της τα μεσάνυχτα και αλωνίζει τη γύρω περιοχή ψάχνοντας για παιδιά, προκειμένου να τα παρασύρει στο φτιαγμένο με γλυκά σπίτι της, όπου θα τα ψήσει στο φούρνο και θα τα φάει. Ο Πέτρος και η Γερτρούδη βγαίνουν βιαστικά από το σπίτι τους και τρέχουν στο δάσος για να βρουν τα παιδιά τους.


Brigitte Fassbaender, Edita Gruberova

















ΔΕΥΤΕΡΗ ΠΡΑΞΗ

Το δάσος. Μέσα στο σκοτεινό δάσος έχει σουρουπώσει. Δίπλα σε ένα ψηλό έλατο, η Γκρέτελ φτιάχνει ένα στεφάνι από λουλούδια, ενώ ο Χένσελ μαζεύει φράουλες μέσα στα βρύα. Αγνοώντας τον κίνδυνο που διατρέχουν, η Γκρέτελ σιγοτραγουδά ένα σκοπό. Ο αδελφός της την πλησιάζει και της δείχνει όλος χαρά το γεμάτο με φράουλες καλάθι του. Η Γκρέτελ προσπαθεί να φορέσει το στεφάνι που έφτιαξε στο κεφάλι του αδελφού της, ο οποίος το βγάζει και το φοράει στην αδελφή του.


Στεφανωμένη και με ένα μπουκέτο λουλούδια για σκήπτρο, η Γκρέτελ μοιάζει με τη βασίλισσα του δάσους. Ο αδελφός της τής δίνει το πανέρι με τις φράουλες και οι δυο μαζί μιμούνται το τραγούδι του κούκου. Σιγά σιγά, τα παιδιά αρχίζουν να τρώνε τις φράουλες, μέχρι που ο Χένσελ φέρνει το καλάθι στο στόμα του και το αδειάζει. Η Γκρέτελ τον μαλώνει. Θα πρέπει τώρα να μαζέψουν και άλλες φράουλες πριν γυρίσουν στο σπίτι. Όμως, έχει σχεδόν νυχτώσει και ο Χένσελ, φοβισμένος, ομολογεί στην αδελφή του ότι έχει χάσει το δρόμο.


Σημύδες, κλαίουσες ιτιές και οι πυγολαμπίδες των βάλτων που στραφταλίζουν μέσα στο σκοτάδι του δάσους, το οποίο καλύπτεται από ένα παχύ πέπλο ομίχλης, που διαλύεται όταν κάνει την εμφάνισή του ένα μικρό γκρίζο ανθρωπάκι. Είναι ο Σκονάνθρωπος, ο οποίος έρχεται κοντά στα παιδιά και τους τραγουδάει ένα γλυκό νανούρισμα, ρίχνοντας λίγη από τη μαγική του σκόνη στα κουρασμένα τους ματάκια.


Μόλις φεύγει ο Σκονάνθρωπος, ο Χένσελ και η Γκρέτελ γονατίζουν και κάνουν τη βραδινή τους προσευχή. Δεκατέσσερεις άγγελοι τους προστατεύουν: δύο δίπλα στα κεφάλια τους και δύο στα πόδια τους, δύο στα δεξιά και δύο στα αριστερά, δύο τους σκεπάζουν, δύο τους ξυπνούν και άλλοι δύο τους δείχνουν το δρόμο για τον ουράνιο παράδεισο. Ξαπλώνοντας πάνω στα βρύα, τα παιδιά αποκοιμιούνται αγκαλιασμένα, όσο οι άγγελοι τα προστατεύουν, σχηματίζοντας έναν κύκλο γύρω τους.



Edita Gruberova, Brigitte Fassbaender

















ΤΡΙΤΗ ΠΡΑΞΗ


Το σπίτι της Μάγισσας. Ξημερώνει στο δάσος. Σιγά σιγά, η ομίχλη διαλύεται και το Δροσοανθρωπάκι ξυπνά τα παιδιά με το τραγούδι του. Η Γκρέτελ ανοίγει πρώτη τα μάτια και καλημερίζει τα πουλιά που κελαηδούν χαρούμενα στα κλαδιά ενός ελάτου. Σκύβει πάνω από τον αδελφό της και τον ξυπνά. Τα δύο αδέλφια θυμούνται τη χορωδία των αγγέλων με τις χρυσές φτερούγες που τα προστάτευαν όσο αυτά ονειρεύονταν.


Sena Jurinac, Brigitte Fassbaender, Edita Gruberova
Τα τελευταία απομεινάρια της πρωινής ομίχλης εξαφανίζονται και, μπροστά στα παιδιά εμφανίζεται, λουσμένο στο φως του ήλιου που ανατέλλει, ένα σπιτάκι φτιαγμένο από γλυκίσματα. Σε μια μεριά του υπάρχει χτισμένος ένας φούρνος, ενώ λίγο πιο πέρα υπάρχει ένα μεγάλο κλουβί το οποίο ενώνεται με το σπίτι με έναν φράχτη φτιαγμένο από ανθρωπάκια που μοιάζουν με γλυκά. Τα παιδιά κοιτάζουν με ενθουσιασμό το σπίτι που είναι χτισμένο με κάθε λογής γλυκά και ζαχαρωτά: οι τοίχοι είναι φτιαγμένοι από τάρτες, η σκεπή από μπισκότα, τα παράθυρα από ζάχαρη και λαχταριστές σταφίδες στραφταλίζουν ψηλά στο αέτωμα. Τα δύο αδέλφια κατευθύνονται προς το σπίτι, το οποίο υποθέτουν ότι θα ανήκει σε κάποια καλή πριγκίπισσα του δάσους. Αφού πρώτα διστάζει λίγο, ο Χένσελ κόβει μια γωνίτσα από το σπίτι και την καταβροχθίζει.

Ακριβώς εκείνη τη στιγμή, ο Χένσελ και η Γκρέτελ ακούν μια φωνή από το εσωτερικό του σπιτιού: είναι η Μάγισσα, όμως τα παιδιά μασουλούν με ευχαρίστηση και δεν την προσέχουν. Η Μάγισσα ανοίγει την πόρτα και ρίχνει ένα σκοινί γύρω από το λαιμό του Χένσελ. Παρά τα καθησυχαστικά της λόγια, τα παιδιά δεν πείθονται. Ο Χένσελ καταφέρνει να λυθεί και προσπαθεί να το σκάσει μαζί με την αδελφή του. Όμως, η Μάγισσα βγάζει το μαγικό της ραβδί και απευθύνει στα αδέλφια ένα ξόρκι με το οποίο τα ακινητοποιεί. Οδηγεί τον Χένσελ στο κλουβί και ύστερα γυρίζει σπίτι της για να πάρει αμύγδαλα και σταφίδες· σχεδιάζει να παχύνει τον μικρό πριν τον ψήσει στο φούρνο. Ο Χένσελ βρίσει το χρόνο να συμβουλέψει την αδελφή του να προσποιηθεί ότι υπακούει τη Μάγισσα, η οποία, την ώρα εκείνη, ετοιμάζει τα ξύλα και το φούρνο για να ψήσει την τρυφερή και στρουμπουλή Γκρέτελ.

Brigitte Fassbaender, Sena Jurinac
Ξετρελαμένη με το γεύμα που την περιμένει, η Μάγισσα καβαλά τη σκούπα της και αρχίζει να πετάει γύρω από το σπίτι. Αμέσως μετά πλησιάζει στο κλουβί και βρίσκει ότι ο Χένσελ είναι ακόμη πολύ λεπτός. Διατάζει την Γκρέτελ να πάει να φέρει και άλλα αμύγδαλα και σταφίδες. Εκμεταλλευόμενη τη στιγμιαία έλλειψη προσοχής της Μάγισσας, η Γκρέτελ αρπάζει το μαγικό της ραβδί και λύνει τα μάγια που κρατούσαν δέσμιο τον Χένσελ. Η Μάγισσα ρωτά την Γκρέτελ να της πει αν ο φούρνος είναι έτοιμος, όμως το μικρό κορίτσι παριστάνει πως δεν ξέρει τι να κάνει και ζητά από τη Μάγισσα να της δείξει το πώς. Ο Χένσελ βρίσκει ευκαιρία να δραπετεύσει από το κλουβί του και, μόλις η Μάγισσα ανοίγει την πόρτα του φούρνου και βάζει το κεφάλι της μέσα, τα δύο παιδιά γλιστρούν με τρόπο από πίσω της, τη σπρώχνουν στις φλόγες και ξανακλείνουν την πόρτα.

Brigitte Fassbaender, Edita Gruberova
Ο Χένσελ και η Γκρέτελ πέφτουν με ζητωκραυγές ο ένας στην αγκαλιά του άλλου, χορεύουν και μαζεύουν γλυκά. Τότε ο φούρνος εκρήγνυται με κρότο και οι φιγούρες από γλυκό με τις οποίες ήταν φτιαγμένος ο φράχτης ξαναγίνονται παιδιά. Με κλειστά τα μάτια, ζητούν απ' τον Χένσελ και την Γκρέτελ να τα αγγίξουν για να ελευθερωθούν από τα μάγια. Η Γκρέτελ χαϊδεύει όλα τα παιδιά-γλυκάκια, τα οποία ανοίγουν τα μάτια τους και γελούν, όμως δεν μπορούν να κουνηθούν. Ο Χένσελ παίρνει το μαγικό ραβδί και λύνει επιτέλους τα μάγια. Τα παιδιά-γλυκάκια αρχίζουν να τρέχουν, σχηματίζουν κύκλο γύρω από τα αδέλφια και τα ευχαριστούν για το καλό που τους έκαναν. Στο μεταξύ, ο Πατέρας και η Μητέρα καταφθάνουν και λαμβάνουν και αυτοί μέρος στο γενικό γλέντι. Κάποια παιδιά βγάζουν τη Μάγισσα από το φούρνο: έχει μετατραπεί σε ένα τεράστιο γλυκό.

Πηγή για την εισαγωγή και τη σύνοψη: Juan Manuel Viana (Μετάφραση: Γιάννης Σιδέρης), «Η Καθημερινή» 2007

Helga Dernesch, Hermann Prey, Edita Gruberova, Brigitte Fassbaender



















Δείτε επίσης – Watch also

Giacomo Puccini: Madama Butterfly – Kristine Opolais, Roberto Alagna, Maria Zifchak, Dwayne Croft – Karel Mark Chichon, Anthony Minghella (MET 2016 – Download the opera)

Giuseppe Verdi: La Traviata – Marlis Petersen, Giuseppe Varano, James Rutherford – Tecwyn Evans, Peter Konwitschny (Oper Graz 2011, HD 1080p)

Alban Berg: Lulu – Marlis Petersen, Kirill Petrenko, Dmitri Tcherniakov – Bavarian State Opera 2015 (Download the opera)

Georges Bizet: Carmen – Elena Maximova, Giancarlo Monsalve, Michael Bachtadze, Johanna Parisi – Myron Michailidis, Enrico Castiglione (Taormina Festival 2015, HD 1080p)

Giacomo Puccini: Turandot – Mlada Khudoley, Riccardo Massi, Guanqun Yu, Michael Ryssov – Wiener Symphoniker, Paolo Carignani – Marco Arturo Marelli (Bregenz Festival 2015 – Download the opera)

Christoph Willibald Gluck: Orfeo ed Euridice – A film by Ondřej Havelka – Bejun Mehta, Eva Liebau, Regula Mühlemann – Václav Luks

Giuseppe Verdi: La Traviata – Anna Netrebko, Rolando Villazón, Thomas Hampson – Carlo Rizzi, Willy Decker (Salzburg Festival 2005)


Antonio Vivaldi: Ercole su'l Termodonte – Zachary Stains, Mary-Ellen Nesi, Alan Curtis, John Pascoe (Spoleto Festival 2006)

Pyotr Ilyich Tchaikovsky: Iolanta – Anna Netrebko, Sergei Skorokhodov, Valery Gergiev, Mariinsky Theater 28/9/2009


Giacomo Puccini: Tosca, Act II – Maria Callas, Renato Cioni, Tito Gobbi, Georges Prêtre, Franco Zeffirelli

Dmitri Shostakovich: Katerina Izmailova (Lady Macbeth of Mtsensk), 1966 – A film by Mikhail Shapiro – Galina Vishnevskaya, Konstantin Simeonov

Friday, June 19, 2015

Johann Sebastian Bach / Ferruccio Busoni: Chorale-Prelude BWV 659, "Nun komm' der Heiden Heiland" – Hannes Minnaar

Ένας από τους γνωστότερους ύμνους της προτεσταντικής εκκλησίας είναι το χορικό "Nun komm' der Heiden Heiland" («Ιδού έρχεται ο σωτήρας των εθνικών [απίστων]»), το οποίο πάντως ανάγεται στην μεσαιωνική παράδοση του αμβροσιανού μέλους και συγκεκριμένα στο "Veni redemptor gentium" που αποδόθηκε στα γερμανικά από τον Λούθηρο το 1524. Ο Μπαχ χρησιμοποίησε το χορικό αυτό, μεταξύ άλλων έργων του, και σε τρία χορικά πρελούδια της συλλογής των «18 χορικών της Λειψίας», τα οποία τελειοποιήθηκαν κατά την δεκαετία του 1740, αλλά σχεδόν στο σύνολό τους βασίζονται σε προγενέστερες συνθέσεις της περιόδου της Βαϊμάρης. Η πρώτη από τις προαναφερόμενες επεξεργασίες του "Nun komm' der Heiden Heiland", BWV 659, συνδυάζει την τεχνοτροπία της τρίο-σονάτας με την εξύφανση μιας πλούσια καλλωπισμένης παραλλαγής του χορικού μέλους. Συγκεκριμένα, το μπάσο στα ποδόπληκτρα υποστηρίζει τις δύο αλληλομιμούμενες φωνές στο αριστερό χέρι, οι οποίες τίθενται μεν στο επίκεντρο της προσοχής όταν απουσιάζει η κύρια μελωδική γραμμή, αλλά μετατρέπονται σε συνοδευτικές όποτε το δεξί χέρι εκθέτει σε διαφορετικό μανουάλι την – ηχοχρωματικά διαφοροποιημένη – μελωδία του ύμνου ή, ακριβέστερα, ένα μελωδικό ανάπτυγμα που προκύπτει ελεύθερα μετά τους πρώτους φθόγγους κάθε μιας από τις τέσσερεις φράσεις της! Αυτές οι μελωδικές προεκτάσεις δίνουν συγχρόνως το έναυσμα για βαθιά εκφραστικές αρμονικές αναζητήσεις. Η μελωδική ταυτοσημία της πρώτης και της τελευταίας φράσεως του χορικού οδήγησε εξάλλου τον συνθέτη σε μια σαφή δομική αντιστοίχιση της αρχής και του τέλους του κομματιού, το οποίο εντούτοις ολοκληρώνεται με μία ακόμη, αυτοσχεδιαστικού χαρακτήρος, μελωδική παρέκβαση από την πρωτότυπη χορική μελωδία.

Το χορικό πρελούδιο "Nun komm' der Heiden Heiland", BWV 659, του Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ, σε μεταγραφή για πιάνο από τον Ιταλό πιανίστα και συνθέτη Φερούτσιο Μπουζόνι, ερμηνεύει ο βραβευμένος Ολλανδός πιανίστας Hannes Minnaar.



Johann Sebastian Bach (1685-1750) / Ferruccio Busoni (1866-1924)

♪ Chorale-Prelude BWV 659, "Nun komm' der Heiden Heiland" (1739-1742) [Busoni's Piano Transcription]

Hannes Minnaar, piano

Westvest 90 Kerk, Schiedam, The Netherlands, June 28, 2013 (28 Ιουνίου 2013)

(HD 1080p)

Πηγή για την εισαγωγή: Ιωάννης Φούλιας, 2003

Hannes Minnaar (Photo by Marco Borggreve, 2013)


















Δείτε επίσης – Watch also

Edvard Grieg: Piano concerto in A minor – Hannes Minnaar, Otto Tausk

Thursday, June 18, 2015

Wolfgang Amadeus Mozart: Divertimento in F major, K.247 – Collegium Aureum, Franzjosef Maier (Audio video)

239η επέτειος από την πρεμιέρα του έργου, στις 18 Ιουνίου 1776
239th anniversary of the first performance of the work, on June 18, 1776

Ο Μότσαρτ συνέθεσε το Ντιβερτιμέντο* σε Φα μείζονα το 1776, σε ηλικία 20 ετών, ως δώρο γενεθλίων στην οικογενειακή φίλη των Μότσαρτ, κοντέσα Μαρία Αντόνια Λόντρον, επίλεκτο μέλος της αριστοκρατίας του Σάλτσμπουργκ. Η πρεμιέρα δόθηκε το βράδυ της 18ης Ιουνίου του ίδιου χρόνου, στο αρχοντικό της κοντέσας, κατά τη διάρκεια της γενέθλιας δεξίωσης.

Το έργο απαιτεί μικρό σύνολο από δύο κόρνα και έγχορδα.

Το Ντιβερτιμέντο σε Φα μείζονα, Κ.247, του Βόλφγκανγκ Αμαντέους Μότσαρτ, ερμηνεύει (σε ηχογράφηση αναφοράς, του 1964) το σπουδαίο γερμανικό μουσικό σύνολο Collegium Aureum, υπό τη διεύθυνση του διάσημου για τις πρωτοποριακές ηχογραφήσεις του με όργανα εποχής, Γερμανού βιολονίστα και αρχιμουσικού Franzjosef Maier.



Wolfgang Amadeus Mozart (1756-1791)

♪ Divertimento in F major, K.247 (1776)

i. Allegro
ii. Andante grazioso
iii. Menuetto
iv. Adagio
v. Menuetto
vi. Andante - Allegro assai

Collegium Aureum
Franzjosef Maier

Harmonia Mundi 1964

(HD 1080p – Audio video)

* Ντιβερτιμέντο (Divertimento): μουσικό είδος του 18ου αιώνα, που αντιστοιχεί σ' ένα μικρής διάρκειας οργανικό κομμάτι ψυχαγωγικού χαρακτήρα χωρίς συγκεκριμένη δομή. Η λέξη προέρχεται από το ιταλικό ρήμα divertire (ντιβερτίρε), που σημαίνει διασκεδάζω. Το Ντιβερτιμέντο παιζόταν μετά το δείπνο για τη διασκέδαση των συνδαιτυμόνων και γι' αυτό είχε ανάλαφρο χαρακτήρα.

Πηγή για την εισαγωγή: sansimera.gr

Collegium Aureum (Photo: dhm/P. Richter)
















Wolfgang Amadeus Mozart, c. 1780,
detail from portrait by Johann Nepomuk della Croce























Wednesday, June 17, 2015

Anton Webern: Langsamer Satz, M78 – Quatuor Psophos (Audio video)

«Το να παίζεις σε κουαρτέτο εγχόρδων είναι ο πιο λαμπρός τρόπος να κάνεις μουσική...», έγραφε σε επιστολή του ο Άντον Βέμπερν το 1910. Προφανώς, όταν ο συνθέτης έγραφε αυτά τα λόγια έφερνε στη μνήμη του τα περασμένα χρόνια της μαθητείας του, όταν έπαιζε βιολοντσέλο υπό την καθοδήγηση του δασκάλου του, Άρνολντ Σένμπεργκ. Ένα από τα πρώτα έργα που συνέθεσε τότε ο Βέμπερν ήταν και το "Langsamer Satz" («Αργό Μέρος»), ένα αρκετά αξιοπρόσεκτο και εύηχο κομμάτι σε υστερο-ρομαντικό ύφος, που γράφτηκε στη Βιένη τον Ιούνιο του 1905, χωρίς αριθμό έργου, και διαρκεί περί τα εννέα λεπτά (είναι το πιο μεγάλο σε διάρκεια μέρος της συνολικής παραγωγής του συνθέτη). Ανήκει στα πρώιμα έργα του, και στην παρτιτούρα, όπως εξυπακούεται, δεν έχει κάνει ακόμη την εμφάνισή του το παροιμιώδες «αφοριστικό» του ύφος, το κατοπινό εκείνο βεμπερνικό «σήμα κατατεθέν», που με την περιεκτική βραχυλογία του θεωρήθηκε ότι παρουσιάζει στενή «εκλεκτική συγγένεια» με τα γιαπωνέζικα χάι-κάι. Το κομμάτι είναι προφανώς επηρεασμένο από τη θητεία του συνθέτη κοντά στον Σένμπεργκ. Όμως ο Σένμπεργκ εκείνης της εποχής δεν είχε ακόμη ανοίξει πανιά προς την ατονικότητα, κι έτσι το «Αργό μέρος» για κουαρτέτο εγχόρδων του μαθητή του διατηρεί στη δομή και το ύφος τον ισχυρό απόηχο του Μπραμς, με παρασπονδίες τύπου Μάλερ...

Συνολικά κρινόμενο το έργο παρουσιάζει (με την «πολυτελή» αρμονία, την ποικιλία της αντίστιξης και τον καλοστημένο μορφολογικό του σκελετό) ιδιαίτερο «επιγονικό» ενδιαφέρον, εμπίπτοντας στη γνωστή ρήση του Στραβίνσκι: «Κάθε έργο του Βέμπερν υποχρεώνει τον ακροατή του να το ακούσει προσεκτικά».

Το "Langsamer Satz" του Άντον Βέμπερν ερμηνεύει το γαλλικό Κουαρτέτο εγχόρδων Psophos.



Anton Webern (1883-1945)

♪ Langsamer Satz, M78 (1905)

Quatuor Psophos:
Ayako Tanaka, violin
Bleuenn Le Maitre, violin
Cécile Grassi, viola
Ingrid Schoenlaub, cello

Zig-Zag Territoires 2007

(HD 1080p - Audio video)

Πηγή για την εισαγωγή: Τάκης Καλογερόπουλος (από το έντυπο πρόγραμμα του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών «Φεστιβάλ Μουσικής Δωματίου, 1999-2000»).

Anton Webern














Quatuor Psophos (Photo: Jean Baptiste Avril, 2007)