DSO Live

DSO Live
SATURDAY, MAY 27: Los Angeles: 05:00 PM – Detroit, New York, Toronto: 08:00 PM | SUNDAY, MAY 28: London: 01:00 AM – Paris, Brussels, Berlin, Madrid, Rome: 02:00 AM – Moscow, Kiev, Jerusalem, Athens: 03:00 AM – Beijing: 08:00 AM – Tokyo: 09:00 AM

Monday, November 30, 2015

Μουσική υπό διωγμό: οι πολιτικές διώξεις του Σοστακόβιτς – Μέρος Β













Οι πολιτικές διώξεις του 1948

Μετά το τέλος του πολέμου και την καθιέρωση του Σοστακόβιτς στη μουσική σκηνή της Σοβιετικής Ένωσης (ιδιαίτερο ρόλο έπαιξαν τα πατριωτικά έργα που έγραψε κατά τα χρόνια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου), υπήρξε μία σύντομη περίοδος νηνεμίας στα μουσικά ζητήματα της Σοβιετικής Ένωσης.

Όλα αυτά όμως άλλαξαν με την τοποθέτηση του Αντρέι Ζντάνοφ (1896-1948) ως υπευθύνου για την εφαρμογή των ιδεωδών του σοσιαλιστικού ρεαλισμού, ο οποίος ήταν πλέον η μοναδική επίσημη πολιτική ιδεολογία του Σοβιετικού κράτους, στις τέχνες. Αυτό έγινε το 1946. Ο Ζντάνοφ ξεκίνησε μία διαδικασία χειραγώγησης (την ονόμαζε «αναδιοργάνωση») των τεχνών. Οι πρώτες μορφές τέχνης που επλήγησαν ήταν η λογοτεχνία, ο κινηματογράφος, το θέατρο και οι εικαστικές τέχνες ενώ η σειρά της μουσικής ήρθε το 1948.

Η βασική ιδεολογία της περιόδου αυτής εκφράστηκε με το σύνθημα «ή μαζί μας ή εναντίον μας». Μέση λύση για τους καλλιτέχνες δεν υπήρχε. Το σημαντικότερο για το καθεστώς ήταν η εγκαθίδρυση μιας ποδηγετούμενης τέχνης, της οποίας τα καλλιτεχνικά έργα θα συμβάδιζαν με τα πιστεύω και τις ενέργειες του καθεστώτος.

Η διοργάνωση μερικών συναντήσεων με προεδρεύοντα τον Ζντάνοφ ήταν η αρχή του τέλους για την ανεξάρτητη μουσική δημιουργία. Ο Ζντάνοφ βρήκε ως αφορμή για τη διεξαγωγή αυτών των συναντήσεων την όπερα του ελάχιστα γνωστού Γεωργιανού συνθέτη Βάνο Μουραντέλι (1908-1970), «Η Μεγάλη Φιλία». Ο Μουραντέλι κατηγορήθηκε για φορμαλισμό και το περιεχόμενο της όπερας καταδικάστηκε ανοιχτά από τον Ζντάνοφ. Η βασική διαφωνία του καθεστώτος, που εκφραζόταν μέσω του Ζντάνοφ, ήταν ότι τα νοήματα της όπερα ήταν αντίθετα με την επίσημη ιδεολογική γραμμή.

Φυσικά η αιτία ήταν τελείως διαφορετική και το έργο του Μουραντέλι, ο οποίος ήταν συνθέτης μικρών δυνατοτήτων απ' ότι φαίνεται, λειτούργησε ως αφορμή για να μπορέσει ο Ζντάνοφ να θέσει τα πλαίσια εντός των οποίων θα μπορούσαν να δημιουργούν οι συνθέτες.

Μιλώντας σε μία συνέλευση της Ένωσης Σοβιετικών
Συνθετών. Δίπλα του διακρίνεται ο Κρένικοφ.
Κατά τη διάρκεια των συναντήσεων αυτών, ο Κρένικοφ, ο οποίος ήταν διευθυντής της Ένωσης Σοβιετικών Συνθετών και όργανο του Κόμματος, έλαβε το λόγο και κατακεραύνωσε διάφορους σημαντικούς συνθέτες της εποχής, τους οποίους κατηγόρησε για φορμαλισμό. Ακόμα και ο Μουραντέλι καταδίκασε το ίδιο του το έργο λέγοντας ότι είχε πλανηθεί και παρασυρθεί από τη φορμαλιστική μουσική άλλων, γνωστότερων συνθετών. Ανάμεσα σε αυτούς που κατονομάστηκαν ως φορμαλιστές ήταν οι Σοστακόβιτς, Προκόφιεφ, Χατσατουριάν, Σαπόριν κ.ά. Το επιστέγασμα όλων των παραπάνω ήταν η έκδοση ενός διατάγματος από τον Ζντάνοφ, όπου οι παραπάνω συνθέτες κατονομάζονταν ως πρωτεργάτες του φορμαλισμού στη Σοβιετική Ένωση. Η μουσική των συνθετών που κατονομάστηκαν στη διακήρυξη, ουσιαστικά απαγορεύτηκε και ήταν σπάνιες οι φορές που παίζονταν έργα τους.

Την έκδοση του κειμένου του Ζντάνοφ ακολούθησαν μία σειρά από συνέδρια τοπικού αλλά και εθνικού χαρακτήρα και τα οποία είχαν ως κοινό τόπο την δαιμονοποίηση των συνθετών που είχαν αναφερθεί στο διάταγμα του Ζντάνοφ. Ο Σοστακόβιτς έχασε τη θέση του στο Ωδείο της Μόσχας ενώ το ίδιο συνέβη και στους άλλους συνθέτες που είχαν μπει στο στόχαστρο του Ζντάνοφ. Το μόνο παρήγορο ήταν ότι παρ' όλο που υπήρξε επίσημη απαγόρευση να παίζονται τα έργα του Σοστακόβιτς και των υπολοίπων «φορμαλιστών», ο Στάλιν αναίρεσε αυτή την απόφαση του κρατικού φορέα για το μουσικό ρεπερτόριο (Glavrepertkom). Μία ενέργεια φυσικά με μικρό, ουσιαστικά, αντίκρυσμα αφού η εκτέλεση έργων του Σοστακόβιτς ήταν έτσι κι αλλιώς σπάνιο φαινόμενο εκείνο τον καιρό.


Λογοκρισία

Μετά το θάνατο του Στάλιν, τον Μάρτιο του 1953, υπήρξε μία περίοδος φιλελευθεροποίησης η οποία ονομάστηκε «The Thaw»[iii]. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου ελαττώθηκε ο ασφυκτικός «εναγκαλισμός» που προκαλούσε ασφυξία από μέρους του Σοβιετικού καθεστώτος. Ο Νικίτα Χρουστσόφ (1894-1971) ανέλαβε τη διακυβέρνηση της χώρας και αποδόμησε την εικόνα του Στάλιν, με την περίφημη ομιλία του του 1956, η οποία, παρ' όλο ότι προοριζόταν να εκφωνηθεί μυστικά μόνο στους συνέδρους του 20ού Συνεδρίου του Κομμουνιστικού Κόμματος Σοβιετικής Ένωσης, διέρρευσε στον Σοβιετικό αλλά και δυτικό Τύπο. Η πλήρης αποκαθήλωση της εικόνας του Στάλιν και της πολιτικής του επήλθε το 1961 στο 22ο Συνέδριο του ΚΚΣΕ.

Με τον Κοντράσιν και τον Γεφτουσένκο,
από την πρεμιέρα της Συμφωνίας αρ. 13 «
Μπάμπι Γιαρ»
Οι κρατικές παρεμβάσεις δεν ήταν τόσο έντονες πλέον αλλά ακόμα και τότε υπήρχαν. Η παρέμβαση γινόταν με διαφορετικό τρόπο. Η δημόσια απέχθεια του καθεστώτος για έργα τέχνης γινόταν γνωστή μέσα από δηλώσεις που έκαναν οι υψηλά ιστάμενοι, ακόμα και ο γενικός γραμματέας του ΚΚΣΕ, Νικίτα Χρουστσόφ. Τον μεγαλύτερο σάλο και κριτική στα καλλιτεχνικά ζητήματα της χώρας προκάλεσε το ποίημα του Εβγκένι Γεφτουσένκο, «Μπάμπι Γιαρ». Το ποίημα αυτό αναφερόταν στη σφαγή των Εβραίων κατοίκων του χωριού Μπάμπι Γιαρ από τις γερμανικές στρατιωτικές μονάδες κατά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο. Οι αντιδράσεις που υπήρξαν κατέδειξαν ένα υφέρπον πρόβλημα, αυτό του αντισημιτισμού. Το Σοβιετικό καθεστώς ήταν, υπογείως, αντισημιτικό και δεν ανεχόταν την ανάδειξη της σφαγής των Εβραίων του Μπάμπι Γιαρ να έρχεται με τέτοιο τρόπο στην επιφάνεια. Η ηρωοποίηση των πεσόντων Εβραίων ήταν το μεγάλο πρόβλημα του καθεστώτος.

Ο Σοστακόβιτς αποφάσισε να μελοποιήσει το ποίημα αυτό και ενώ αρχικά υπολόγιζε να γράψει μία καντάτα, τελικά συνέθεσε μία συμφωνία σε πέντε μέρη, για σόλο μπάσο, χορωδία και ορχήστρα, ενώ τα ποιήματα που χρησιμοποίησε ήταν όλα του Γεφτουσένκο. Η Συμφωνία αρ. 13 «Μπάμπι Γιαρ» τελείωσε τον Μάρτιο του 1962 και ο Σοστακόβιτς ζήτησε από τον Εβγκένι Μραβίνσκι να διευθύνει την πρώτη εκτέλεσή της. Ο Μραβίνσκι αρνήθηκε, φοβούμενος τις συνέπειες που μπορεί να είχε γι' αυτόν μία τέτοια πράξη.

Στην πρώτη παρουσίασή της, τη Συμφωνία αρ. 13 διηύθυνε τελικά ο Κίριλ Κοντράσιν, στις 18 Δεκεμβρίου 1962. Παρ' όλες τις προσπάθειες του καθεστώτος να εμποδίσει την πρεμιέρα του έργου, μέσω πιέσεων προς τον Κοντράσιν αλλά και προς τους τραγουδιστές (ο Σοστακόβιτς είχε αναθέσει σε δύο διαφορετικούς σολίστες να μάθουν το μέρος του μπάσου ώστε σε περίπτωση που ο ένας πειθόταν να μην τραγουδήσει, πράγμα που συνέβη, να υπάρχει μία εναλλακτική λύση), η Συμφωνία παίχτηκε και η ανταπόκριση του κοινού ήταν εντυπωσιακή.

Μετά από τις δύο πρώτες παρουσιάσεις της Συμφωνίας, και με προγραμματισμένη μία ακόμη για τις 15 Ιανουαρίου 1963, ο ποιητής Γεφτουσένκο αποφάσισε να αλλάξει τους στίχους του ποιήματός του και δημοσίευσε μία δεύτερη γραφή, η οποία περιείχε αναφορές στη Ρωσία και στο Κομμουνιστικό Κόμμα. Επηρεασμένος, όπως φαίνεται, ο Γεφτουσένκο από τις πιέσεις που δεχόταν από το Σοβιετικό καθεστώς, αποφάσισε να συμβιβαστεί και να δώσει στους ιθύνοντες του κόμματος αυτό που επιζητούσαν.

Ο Σοστακόβιτς αισθάνθηκε άσχημα για το συμβάν αυτό, ενώ πληροφορήθηκε ότι εφόσον ο ποιητής είχε αλλάξει τους αρχικούς στίχους η συναυλία της 15ης Ιανουαρίου 1963 δεν θα μπορούσε να γίνει με την αρχική μορφή της Συμφωνίας. Ο συνθέτης αποφάσισε να μην αλλάξει τη μουσική αλλά να επέμβει στο αρχικό κείμενο και να αλλάξει μερικούς από τους στίχους. Παρ' όλη την εχθρική στάση του καθεστώτος, δεν υπήρξε κάποια επίσημη διακήρυξη γα την απαγόρευση του συγκεκριμένου έργου. Το μόνο που υπήρχε ήταν η δήλωση του Κόμματος ότι δεν συνιστούσε την παρουσίαση αυτού του έργου.

Για άλλη μία φορά ο Σοστακόβιτς δοκίμαζε τη σκληρότητα του καθεστώτος, της φίμωσης, έμμεσης αυτή τη φορά, και της λογοκρισίας του έργου του. Φυσικά, αυτό το γεγονός δεν μπορεί να συγκριθεί με τις δύο προηγούμενες περιόδους και τα γεγονότα που τις χαρακτηρίζουν, αλλά δείχνει ξεκάθαρα ότι η χειραγώγηση των τεχνών δεν είχε πάψει να υφίσταται ως ενδεδειγμένη ενέργεια από την πλευρά των κρατούντων.

Σε μία δεξίωση στο Κρεμλίνο. Διακρίνονται οι Χρουστσόφ, Κρένικοφ, Σαπόριν,
Καμπαλέφσκι, ενώ ο Σοστακόβιτς βρίσκεται αριστερά στη φωτογραφία














Επίλογος

Η ζωή του Σοστακόβιτς, αλλά και των ομοτέχνων του, χαρακτηριζόταν από μία διαρκή ανασφάλεια. Οι προθέσεις του καθεστώτος άλλαζαν και η αστάθεια χαρακτήριζε τις επιλογές των εκάστοτε υπευθύνων περί τα καλλιτεχνικά. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα να μην μπορεί ένας καλλιτέχνης να δημιουργεί απρόσκοπτα και δίχως, αθέλητα τις περισσότερες φορές, να υποπίπτει στο «αμάρτημα» του καιροσκοπισμού. Υπήρξαν περίοδοι όπου, λόγω του φόβου που προκαλούσε η ρευστή κατάσταση, οι συνθέτες ήταν αναγκασμένοι να γράφουν με γνώμονα τη φυσική τους επιβίωση και όχι τα καλλιτεχνικά πιστεύω τους. Ακόμη και ο Σοστακόβιτς αναγκάστηκε να συμβιβαστεί, ειδικά την εποχή όπου κυρίαρχος στο χώρο των τεχνών ήταν ο Ζντάνοφ. Τη φυσική αδυναμία και το φόβο να αντιπαρατεθεί ένας άνθρωπος με ένα τερατώδες σύστημα απολυταρχίας, όπως ήταν εκείνη την εποχή το Σοβιετικό καθεστώς, δεν γίνεται να την μεταφράζει κανείς σε δειλία. Τελικά, ο Σοστακόβιτς υπήρξε ένας θαρραλέος καλλιτέχνης από την άποψη ότι έγραφε μουσική για ζητήματα που αποτελούσαν «αγκάθια» για τη Σοβιετική κοινωνία της εποχής.


[iii] Κυριολεκτικά σημαίνει «το ξεπάγωμα», εννοώντας ότι βγήκαν από την απομόνωση όλοι αυτοί οι καλλιτέχνες, των οποίων τα έργα είχαν βρεθεί στο περιθώριο.

Πηγή: Αλέξανδρος Χαρκιολάκης, 30 Ιανουαρίου 2006 (Μεγάλη Μουσική Βιβλιοθήκη της Ελλάδας «Λίλιαν Βουδούρη»)


















Δείτε επίσης – See also

Μουσική υπό διωγμό: οι πολιτικές διώξεις του Σοστακόβιτς – Μέρος Α

&

Dmitri Shostakovich: Symphony No.5 in D minor – BBC Symphony Orchestra, Edward Gardner

Dmitri Shostakovich: Symphony No.13 in B flat minor "Babi Yar" – Sergei Aleksashkin, Groot Omroepmannenkoor, Radio Filharmonisch Orkest, Dima Slobodeniouk

Dmitri Shostakovich: Symphony No.4 in C minor – Gothenburg Symphony Orchestra, David Afkham

Dmitri Shostakovich: Sonata for viola and piano – Maxim Rysanov, Kathryn Stott

Sunday, November 29, 2015

Μουσική υπό διωγμό: οι πολιτικές διώξεις του Σοστακόβιτς – Μέρος Α

Ο Σοστακόβιτς το 1925
Η δημιουργία έργων τέχνης σε ένα περιβάλλον ανελευθερίας σίγουρα επηρεάζει τα παραγόμενα έργα. Το περιβάλλον εντός του οποίου αναγκαζόταν να κινείται και να δημιουργεί ο Σοστακόβιτς υπήρξε ισχυρός ανασχετικός παράγοντας της εξέλιξης του έργου του κατά περιόδους, ενώ του προσδόθηκε και ο χαρακτηρισμός του «πιστού υπηρέτη του συστήματος», τίτλος καθόλου τιμητικός και μάλλον ατυχής.

Πριν από τη δημοσίευση του βιβλίου «Μαρτυρία: Τα απομνημονεύματα του Ντμίτρι Σοστακόβιτς»[i], το οποίο εξέδωσε ο Σολομών Βολκόφ κατ' εντολήν του Σοστακόβιτς, όπως διατείνεται ο Βολκόφ, μετά το θάνατο του συνθέτη, υπήρχε διάχυτη η πεποίθηση ότι ο Σοστακόβιτς ήταν ένας άνθρωπος που δεν αποδοκίμαζε φανερά το σοβιετικό καθεστώς. Αυτή η άποψη ήταν διαδεδομένη στη Δύση.

Το βιβλίο αυτό του Βολκόφ ξεκίνησε μία σειρά από διενέξεις στον μουσικό κόσμο όχι μόνο της τότε Σοβιετικής Ένωσης αλλά και στη διεθνή μουσική και μουσικολογική κοινότητα. Υπήρχαν συγκεχυμένες πληροφορίες σχετικά με την αυθεντικότητά του ενώ αρκετοί μουσικολόγοι διατείνονταν ότι το βιβλίο ήταν πλαστό. Όσο περνούσε ο καιρός και η Σοβιετική Ένωση αποδυναμωνόταν, παρατηρείτο το φαινόμενο όλο και περισσότεροι άνθρωποι να παραδέχονται ότι είχαν αναγκαστεί να αποκηρύξουν το βιβλίο του Βολκόφ υπό το φόβο της τιμωρίας από τις αρχές. Είναι χαρακτηριστικό ότι ενώ ο γιος του Σοστακόβιτς, Μαξίμ, είχε δηλώσει ότι το βιβλίο είναι πλαστό, αργότερα και μετά την εγκατάσταση του στη Δύση, δήλωσε ευθαρσώς ότι θεωρούσε το βιβλίο πέρα για πέρα γνήσιο.

Ο Σοστακόβιτς ήρθε σε ευθεία αντιπαράθεση και έπεσε σε δυσμένεια από το Σοβιετικό καθεστώς τρεις φορές κατά τη διάρκεια της ζωής του. Και τις τρεις αυτές φορές είχε αναγκαστεί να υπαναχωρήσει λόγω της αδυναμίας του να αντιπαρατεθεί με τον κρατικό μηχανισμό. Αυτά τα τρία περιστατικά θα αναλυθούν διεξοδικά παρακάτω. Παρ' όλα αυτά, για να μπορέσει κανείς να αντιληφθεί την πορεία των γεγονότων θα πρέπει να έχει μία σφαιρική εικόνα για το σοβιετικό περιβάλλον της εποχής.


Σύντομο ιστορικό

Ο Ντμίτρι Σοστακόβιτς γεννήθηκε το 1906 και έλαβε τα πρώτα επίσημα μουσικά μαθήματα στο Ωδείο της Αγίας Πετρούπολης (Λένινγκραντ), στο οποίο εισήλθε το 1919. Αξίζει να σημειωθεί ότι το μόνο μάθημα στο οποίο δεν βαθμολογήθηκε με υψηλό βαθμό κατά τα χρόνια των σπουδών του ήταν το μάθημα της Μαρξιστικής θεωρίας. Η Συμφωνία αρ. 1 που αποτέλεσε το έργο του για το δίπλωμα σύνθεσης, παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στις 12 Μαΐου του 1926 από τη Φιλαρμονική Ορχήστρα του Λένινγκραντ υπό τη διεύθυνση του Νικολάι Μάλκο. Το έργο αυτό είχε μεγάλη επιτυχία και μάλιστα επιλέχθηκε να παρουσιαστεί από τη Φιλαρμονική του Βερολίνου, υπό τη διεύθυνση του Μπρούνο Βάλτερ, την ίδια χρονιά.


Με τον γιο του, Μαξίμ Σοστακόβιτς
Η φήμη του Σοστακόβιτς άρχισε να εξαπλώνεται ενώ η δημιουργική του προσπάθεια συνεχιζόταν με αμείωτη ένταση. Στην περίοδο μεταξύ 1926 και 1934 ο συνθέτης έγραψε αρκετά έργα αλλά σίγουρα η σύνθεση και η πρεμιέρα της όπεράς του «Λαίδη Μάκβεθ του Μτσενσκ» υπήρξε ένα από τα σημαντικότερα γεγονότα εκείνης της περιόδου. Η πρεμιέρα του έργου έλαβε χώρα το 1934 και οι κριτικές ήταν διθυραμβικές. Παρ' όλα αυτά, η Λαίδη Μάκβεθ ήταν το έργο που έφερε σε αντιπαράθεση τον Σοστακόβιτς με το Σοβιετικό κράτος, όπως θα δούμε αναλυτικότερα παρακάτω.

Με την έναρξη του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, ο Σοστακόβιτς βρέθηκε στη δίνη του πολέμου αφού έζησε την πολιορκία του Λένινγκραντ. Υπηρέτησε μάλιστα και ως πολιτοφύλακας-πυροσβέστης (ήθελε να καταταγεί στο στρατό αλλά η υπερβολική του μυωπία δεν το επέτρεψε). Τελικώς, πείσθηκε να μεταβεί στην πόλη Σαμάρα όταν πλέον η κατάσταση στο Λένινγκραντ ήταν σε οριακό σημείο. Κατά τη διάρκεια του πολέμου ολοκλήρωσε και τη Συμφωνία αρ. 7 «Λένινγκραντ», ένα έργο με σαφή πατριωτικό χαρακτήρα. Το 1943 εγκαταστάθηκε στη Μόσχα, όπου και έζησε τα υπόλοιπα χρόνια της ζωής του.

Ο κρατικός παρεμβατισμός και το σκληρό Σοβιετικό κράτος έδειξε για άλλη μία φορά το πρόσωπο του κατά τη διάρκεια του 1948. Εκείνη τη χρονιά, ο Ζντάνοφ, ένας έμπιστος συνεργάτης του Στάλιν διοργάνωσε μία ενορχηστρωμένη επίθεση εναντίον του Σοστακόβιτς αλλά και άλλων σημαντικών Ρώσων συνθετών.

Η δικαίωση για τους συνθέτες αυτούς δεν ήρθε παρά μετά από δέκα χρόνια, το 1958. Ο Σοστακόβιτς ανακηρύχθηκε μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος της Σοβιετικής Ένωσης το 1960.

Το 1962 προέκυψε μία ακόμη, η τελευταία στη ζωή του συνθέτη, σύγκρουση με το Σοβιετικό καθεστώς. Ο λόγος ήταν η Συμφωνία αρ. 13 «Μπάμπι Γιαρ», και συγκεκριμένα οι στίχοι του ομώνυμου ποιήματος του Γεφτουσένκο, τους οποίους είχε χρησιμοποιήσει ο Σοστακόβιτς.

Μετά από αρκετά προβλήματα υγείας που τον ταλαιπώρησαν κατά τα τελευταία χρόνια της ζωής του, ο Σοστακόβιτς πέθανε στη Μόσχα, στις 9 Αυγούστου του 1975 από καρκίνο στον πνεύμονα.


Η σύγκρουση του 1936

Όπως αναφέραμε και πιο πάνω, η πρώτη σοβαρή σύγκρουση του συνθέτη με το καθεστώς επήλθε με αφορμή την όπερα του «Λαίδη Μάκβεθ του Μτσενσκ». Η πρεμιέρα δόθηκε το 1934 ενώ το έργο ήταν έτοιμο από το 1932. Λόγω της αναδιοργάνωσης των μουσικών ενώσεων που δραστηριοποιούνταν εκείνη την εποχή και της ουσιαστικής κατάργησής τους από το καθεστώς με την παράλληλη ίδρυση της Ένωσης Σοβιετικών Συνθετών και την υποχρεωτική υπαγωγή όλων των συνθετών σε αυτή, ο Σοστακόβιτς αποφάσισε να αναβάλει την παρουσίαση της όπεράς του.

Όταν πρωτοπαρουσιάστηκε η Λαίδη Μάκβεθ οι κριτικές ήταν ευνοϊκότατες. Το έργο παίχτηκε σε πολλές ρωσικές πόλεις ενώ ανέβηκε και σε διάφορες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες όπου και πάλι υπήρχαν εκδηλώσεις θαυμασμού και εξαιρετικές κριτικές για τον συνθέτη.

Σοστακόβιτς και Στάλιν, καρικατούρα
Το 1936 όμως τα πάντα ανατράπηκαν. Αιτία γι' αυτό ήταν η απόφαση του Στάλιν να παρακολουθήσει τη Λαίδη Μάκβεθ. Το θέαμα δυσαρέστησε τόσο πολύ τον Στάλιν, ώστε έπειτα από λίγες ημέρες εμφανίστηκε στην Πράβδα, επίσημη κομματική εφημερίδα του καθεστώτος, ένα άρθρο με τίτλο «Θολούρα αντί μουσικής» που στηλίτευε το έργο του Σοστακόβιτς ως φορμαλιστικό και άνευ ουσίας. Εδώ θα πρέπει να αναφέρουμε ότι στις μέρες μας έχει αναπτυχθεί μία επιχειρηματολογία σχετικά με αυτό το άρθρο και προεξάρχοντος του Βολκόφ έχει υποστηριχθεί η άποψη ότι το άρθρο της Πράβδα το είχε γράψει ο ίδιος ο Στάλιν. Ιδιαίτερη μνεία σε αυτή την υπόθεση γίνεται στο βιβλίο του Βολκόφ «Σοστακόβιτς και Στάλιν» που μεταφράστηκε πρόσφατα στα ελληνικά.

Η μεταστροφή της κοινής γνώμης και των μουσικοκριτικών ήταν καθολική. Οι περισσότεροι ανασκεύασαν τις προηγούμενες δηλώσεις τους και τις διθυραμβικές κριτικές τους και καταφέρονταν εναντίον του Σοστακόβιτς χαρακτηρίζοντάς τον ως φορμαλιστή.

Ένα ακόμη άρθρο που εμφανίστηκε και πάλι στην Πράβδα λίγες ημέρες μετά από το πρώτο, ήρθε να προσθέσει την τελευταία πινελιά στην ενορχηστρωμένη επίθεση εναντίον του. Με τίτλο «Μπαλετική Ανοησία» καταφερόταν εναντίον του μπαλέτου του, Svetliy Ruchey (The Limpid Stream). Οι κατηγορίες που διατυπώνονταν και σε αυτό το κείμενο ήταν παρόμοιες με αυτές που είχαν καταγραφεί και στο προηγούμενο άρθρο της εφημερίδας.

Το χειρότερο συναίσθημα για τον Σοστακόβιτς, όπως διαβάζουμε και στο βιβλίο «Shostakovich: A Life Remembered» της Elizabeth Wilson, ήταν το αίσθημα της απομόνωσης και της εγκατάλειψης που ένιωσε ο συνθέτης. Πολλοί από τους ανθρώπους που θεωρούσε φίλους και συνεργάτες αποφάσισαν να συνταχθούν με την επίσημη κομματική γραμμή. Η γενική κατακραυγή ήταν αυτή που επικρατούσε ενώ και στο παράρτημα της Ένωσης Σοβιετικών Συνθετών στο Λένινγκραντ ενστερνίστηκαν το δημοσίευμα της εφημερίδας.

Τα σύννεφα για τον Σοστακόβιτς διαλύθηκαν όταν παρουσίασε τη Συμφωνία αρ. 5 τον Νοέμβριο του 1937, και ενώ το 1936 είχε αποσύρει την τελευταία στιγμή τη Συμφωνία αρ. 4 διότι υπήρχαν αρκετές διαφωνίες σχετικά με το περιεχόμενό της. Πολλοί είδαν τη Συμφωνία αρ. 5 ως μέσο εξιλέωσης και συμφιλίωσης του Σοστακόβιτς με το καθεστώς. Είναι χαρακτηριστικό ότι στη Συμφωνία αρ. 5 υπήρχε και ο υπότιτλος «Η δημιουργική απάντηση ενός Σοβιετικού συνθέτη στη δίκαιη κριτική». Ο υπότιτλος αυτός δεν είχε προστεθεί από τον Σοστακόβιτς αλλά από έναν δημοσιογράφο, όπως αναφέρει και η Wilson στο βιβλίο της, και χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά στην πρεμιέρα του έργου στη Μόσχα τον Ιανουάριο του 1938[ii]. Παρ' όλο που ο συνθέτης δεν ενστερνιζόταν τον παραπάνω υπότιτλο, δεν έκανε καμία ενέργεια ώστε να αφαιρεθεί. Οι λόγοι ήταν εύλογοι. Μία τέτοια ενέργεια μάλλον θα σήμαινε τον εκτοπισμό του ή την πλήρη απαξίωση του.


[i] Σολομών Βολκόφ «Μαρτυρία – Τα απομνημονεύματα του Ντμίτρι Σοστακόβιτς», Εκδόσεις Νεφέλη, Αθήνα (1982).

[ii] Elizabeth Wilson "Shostakovich: A Life Remembered", Faber and Faber, London (1994).

Πηγή: Αλέξανδρος Χαρκιολάκης, 30 Ιανουαρίου 2006 (Μεγάλη Μουσική Βιβλιοθήκη της Ελλάδας «Λίλιαν Βουδούρη»)
















Δείτε επίσης – See also

Μουσική υπό διωγμό: οι πολιτικές διώξεις του Σοστακόβιτς – Μέρος Β

&

Dmitri Shostakovich: Symphony No.5 in D minor – BBC Symphony Orchestra, Edward Gardner

Dmitri Shostakovich: Symphony No.13 in B flat minor "Babi Yar" – Sergei Aleksashkin, Groot Omroepmannenkoor, Radio Filharmonisch Orkest, Dima Slobodeniouk

Dmitri Shostakovich: Symphony No.4 in C minor – Gothenburg Symphony Orchestra, David Afkham

Dmitri Shostakovich: Sonata for viola and piano – Maxim Rysanov, Kathryn Stott

Saturday, November 28, 2015

Antonín Dvořák: Cello Concerto in B minor – Leonard Elschenbroich, Japan Philharmonic Orchestra, Ken-David Masur














Leonard Elschenbroich returns to Tokyo to play Dvorak Cello Concerto with the Japan Philharmonic on Tuesday October 22, conducted by Ken-David Masur. Since his Japanese debut in 2011 Leonard has given concerto, recital and chamber music performances in the country and Japan remains one of his favourite destinations. In recent weeks, other exciting destinations on his concert schedule have included London, Vancouver, Vilnius and the Concertgebouw, Amsterdam.



Ο Αντονίν Ντβόρζακ συνέθεσε το Κονσέρτο για βιολοντσέλο σε Σι ελάσσονα το 1895, σ' ένα διάστημα τριών μηνών, λίγο πριν φύγει από τη Νέα Υόρκη. Εκείνη την εποχή λαχταρούσε να γυρίσει στην πατρίδα του, κι αυτή η νοσταλγία είναι αισθητή στη μουσική του. Μόλις ολοκλήρωσε το Κοντσέρτο, ο Ντβόρζακ διόρθωσε το τέλος του Φινάλε, επηρεασμένος από το θάνατο της κουνιάδας του, Josephina Kaumitzola που πέθανε στις 27 Μαΐου 1895, ένα μήνα αφού ο Ντβόρζακ επέστρεψε στην Πράγα. Αυτή η καινούργια εκδοχή του Φινάλε και κυρίως τα τελευταία εξήντα μέτρα που πρόσθεσε ο Ντβόρζακ, είναι από τα ωραιότερα που έγραψε ποτέ. Ο Ντβόρζακ αγαπούσε τη Ζοζεφίνα πολλά χρόνια και όταν εκείνη τον αρνήθηκε αυτός παντρεύτηκε την μικρότερη αδελφή της, Άννα. Ο ίδιος περιγράφει το Φινάλε του Κοντσέρτου ως εξής: «Το Φινάλε κλείνει σιγά σιγά, με ντιμινουέντο, σαν στεναγμός, με αναφορές στο πρώτο και το δεύτερο μέρος, το σόλο σβήνει πολύ σιγά (pianissimo), μετά βαθμιαία ο ήχος αυξάνεται πάλι, τα τελευταία μέτρα ακούγονται από ολόκληρη την ορχήστρα, και το έργο ολοκληρώνεται σε μία θυελλώδη ατμόσφαιρα».

Το Κονσέρτο για βιολοντσέλο σε Σι ελάσσονα, έργο 104, του Αντονίν Ντβόρζακ, ερμηνεύει ένας από τους πιο χαρισματικούς και βραβευμένους μουσικούς της γενιάς του, ο τριαντάχρονος Γερμανός βιολοντσελίστας Leonard Elschenbroich. Τη Φιλαρμονική Ορχήστρα της Ιαπωνίας διευθύνει ο επίσης Γερμανός αρχιμουσικός Ken-David Masur (γιος του αείμνηστου μαέστρου Kurt Masur). Η συναυλία δόθηκε στο Τόκιο στις 18 Οκτωβρίου 2013.

Ο Leonard Elschenbroich παίζει ένα βιολοντσέλο του 1693, κατασκευασμένο στη Βενετία από τον φημισμένο κατασκευαστή βιολοντσέλων Matteo Goffriller (1659-1742).


i. Allegro




ii. Adagio, ma non troppo




iii. Finale: Allegro moderato – Andante – Allegro vivo




Antonín Dvořák (1841-1904)

♪ Cello Concerto in B minor, Op.104 (1894-1895)

i. Allegro
ii. Adagio, ma non troppo
iii. Finale: Allegro moderato – Andante – Allegro vivo

Leonard Elschenbroich, cello

Japan Philharmonic Orchestra
Conductor: Ken-David Masur

Tokyo, October 18, 2013

(HD 720p)

First publication: November 28, 2015 – Last update: April 22, 2017


Leonard Elschenbroich has excited interest as one of the most charismatic cellists of his generation since receiving the Leonard Bernstein award at the opening concert of the 2009 Schleswig Holstein Festival, following his performance of the Brahms Double with Anne Sophie Mutter under the direction of Christoph Eschenbach. Since then, Leonard joined the BBC Radio 3 New Generation Artist scheme in 2012, a prestigious award offering performances and recordings with all the BBC orchestras and at the BBC Proms. In 2012, Leonard became Artistic Mentor of the Orquesta Filarmonica de Bolivia, the country’s first national orchestra. As Artistic Mentor, he performs regularly with the orchestra and invites international soloists and conductors such as Nicola Benedetti, Philippe Quint, Edicson Ruiz and Reinhold Friedrich.

He has worked with a number of eminent conductors, including Semyon Bychkov, Christoph Eschenbach, Charles Dutoit, Manfred Honeck, Kirill Karabits, Dmitri Kitajenko, Andrew Litton, Yan-Pascal Tortelier and Vasily Sinasiky. As a soloist he has performed with the London Philharmonic, Royal Philharmonic, WDR Symphony Orchestra, Konzerthaus Orchester Berlin, Swedish Radio Symphony, Basel Symphony Orchestra, Borusan Istanbul Philharmonic, Royal Scottish National Orchestra, Stavanger Symphony, St. Petersburg Philharmonic Orchestra, Netherlands Philharmonic, Buenos Aires Philharmonic, Nagoya Philharmonic, Japan Philharmonic, BBC Philharmonic, BBC Symphony, National Symphony Orchestra Washington, Chicago Symphony Orchestra. He made his debut at the Musikverein in Vienna with the Dresden Staatskapelle on a European tour. Leonard has performed at BBC Proms, most recently in 2014 with BBC Philharmonic and John Storgårds, and in 2013 with the Royal Philharmonic Orchestra and Charles Dutoit.

His debut CD (Rachmaninov Cello Sonata & Shostakovich Viola Sonata), released on Onyx Classics in 2013, received 5 star reviews from The Telegraph, The Guardian and BBC Music Magazine (Choice of the Month).

Leonard releases his second disc for Onyx Classics in November 2014, featuring Kabalevsky's Cello Concerto No.2, recorded live at the Concertgebouw with Netherlands Philharmonic Orchestra and conductor Andrew Litton, and Prokofiev's Cello Sonata with Alexei Grynyuk.

Leonard Elschenbroich has given recitals at the Wigmore Hall in London, the Auditorium du Louvre, the Concertgebouw in Amsterdam, at the Ravinia Festival in Chicago, the Lucerne Festival, the Gstaad Festival, the Istanbul International Festival, the Rheingau, Mecklenburg Vorpommern, and Schleswig Holstein Festival, where he performed the complete Beethoven sonatas with Christoph Eschenbach. On tour in South America, he has performed with the Buenos Aires Philharmonic at the Teatro Colon and given recitals in Rio de Janeiro, Buenos Aires, Montevideo, Lima and Sao Paulo.

Leonard is Artist-in-Residence at the Philharmonic Society Bremen from 2013-2016, the first artist ever to hold this position. Each season includes one commissioned world premiere. Leonard premiered Arlene Sierra's new piano trio in November 2013.

As a founding member of the Sitkovetsky Trio, Leonard has performed in London, Hamburg, Frankfurt, Vancouver, Bilbao, Barcelona, Beijing, Shanghai. The trio embark on a US tour in March 2015.

Leonard also plays chamber music regularly with Nicola Benedetti and Alexei Grynyuk, performing at the BBC Proms, Royal Albert Hall, Usher Hall, Hong Kong International Festival, Istanbul Festival, Sala Sao Paulo, and Ravinia Festival.

Leonard has a keen interest in contemporary music, commissioning and premiering works by: Luca Lombardi (Essay 3 for solo cello), Arlene Sierra (Butterflies Remember a Mountain for piano trio), Carl Vine (The Village for piano trio), Suzanne Farrin and Mark Simpson, whose piece, Night Music, was commissioned for Leonard by the BBC and performed and broadcast live at Wigmore Hall in March 2014.                                                                  

His many awards include: the Borletti Buitoni Trust Award, Eugene Istomin Prize, Pro Europa prize, Landgraf von Hessen price at the Kronberg Academy, Nordmetall Prize at the Mecklenburg Vorpommern Festival, Firmenich Prize at the Verbier Festival.

Born in 1985 in Frankfurt, Leonard received a scholarship, aged ten, to study at the Yehudi Menuhin School in London. He later studied with Frans Helmerson at the Cologne Music Academy.

He plays a cello made by Matteo Goffriller "Leonard Rose" (Venice, 1693), on private loan.

Leonard Elschenbroich lives in London.


Conductor Ken-David Masur has been critically hailed as "fearless, bold" and a "life-force" [San Diego Union-Tribune] and "a brilliant and commanding conductor with unmistakable charisma" [Leipzig Volkszeitung]. He begins his appointment as Assistant Conductor of the Boston Symphony Orchestra in the 2014/15 season, when he also leads weeks with the San Diego, Munich, Nuremburg, and Omaha Symphonies. Masur also returns to the National Philharmonic of Russia, where he is a regularly featured guest, for two sets of concerts this season.

Masur continues as the Associate Conductor of the San Diego Symphony, and as Principal Guest Conductor of the Munich Symphony. He has had recent engagements with the Boston Symphony Orchestra, the Dresden, Israel, and Japan Philharmonics; with the Orchestre National de Toulouse, and Hiroshima and Memphis Symphonies.

Previous appointments include Assistant Conductor of the Orchestre National de France in Paris from 2004-2006, and Resident Conductor of the San Antonio Symphony in 2007. In 2010, Masur conducted the London Symphony Orchestra as one of three Finalists in the prestigious Donatella Flick Conducting Competition in London and in 2011, he was the recipient of the Seiji Ozawa Conducting Fellowship at Tanglewood, where he returned once again upon invitation as a Fellow in 2012.

Ken-David Masur received his B.A. from Columbia University in New York City. From 1999-2002 he served as the first Music Director of the Bach Society Orchestra and Chorus there, which toured Germany and released a critically acclaimed album of symphonies and cantatas by W.F. Bach, C.P.E. Bach and J.S. Bach. He received further music studies at the Leipzig Conservatory, the Detmold Academy, the Manhattan School of Music and the "Hanns Eisler" Conservatory in Berlin, where he was a five-year master student of Bass-Baritone Thomas Quasthoff. Masur studied conducting primarily with his father Kurt Masur.

Together with his wife, pianist Melinda Lee Masur, Ken-David Masur serves as Artistic Director of the Chelsea Music Festival, an annual multi-media/multi-sensorial summer music festival in New York City, called  "a gem of a series" by The New York Times. He also won a Grammy nomination from the Latin Recording Academy in the category "Best Classical Album of the Year" for his work as a producer of the album "Salon Buenos Aires".



















































See also

Antonín Dvořák: Cello Concerto in B minor – Daniel Müller-Schott, Danmarks Radio SymfoniOrkestret, Dmitrij Kitajenko

Friday, November 20, 2015

Ludwig van Beethoven: Piano Concerto No.3 in C minor – Kit Armstrong, Gothenburg Symphony Orchestra, Kent Nagano

Το Τρίτο Κοντσέρτο για πιάνο σε Ντο ελάσσονα, έργο 37 του Λούντβιχ βαν Μπετόβεν, τοποθετείται στο μεταίχμιο μεταξύ του 18ου και του 19ου αιώνα, αλλά και των δύο πρώτων δημιουργικών του περιόδων: αν και ο σχεδιασμός του ξεκίνησε πιθανότατα το 1799, η σύνθεσή του διακόπηκε το 1800, για να συνεχιστεί κατά διαστήματα κατά τα επόμενα έτη και τελικά να ολοκληρωθεί στις αρχές του 1803, προκειμένου να παρουσιαστεί από τον συνθέτη σε μια συναυλία με έργα του που δόθηκε στις 5 Απριλίου 1803, στη Βιένη. Μάλιστα, μια εξακριβωμένη ιστορική μαρτυρία αναφέρει ότι ο Μπετόβεν έπαιζε στο πιάνο σχεδόν από μνήμης, καθώς η παρτιτούρα που είχε μπροστά του έδινε περισσότερο την εντύπωση ενός σχεδίου, με το σολιστικό μέρος να είναι ως επί το πλείστον κενό! Έτσι, για την έκδοση του κοντσέρτου, που πραγματοποιήθηκε το 1804 με αφιέρωση στον πρίγκιπα Λουδοβίκο Φερδινάνδο της Πρωσίας, ο συνθέτης ήταν υποχρεωμένος να διαθέσει επιπρόσθετο χρόνο, προκειμένου να καταγράψει με κάθε λεπτομέρεια όλα όσα έλειπαν από το χειρόγραφο που είχε ετοιμάσει πολύ βιαστικά το προηγούμενο έτος.*

Το Κοντσέρτο για πιάνο αρ. 3 σε Ντο ελάσσονα, έργο 37 του Λούντβιχ βαν Μπετόβεν, ερμηνεύει ο ταχύτατα ανερχόμενος 23χρονος Αμερικανός πιανίστας, συνθέτης (και μαθηματικός!) Κιτ Άρμστρονγκ. Τη Συμφωνική Ορχήστρα του Γκέτεμποργκ διευθύνει ένας από τους μεγαλύτερους μαέστρους των ημερών μας, ο Αμερικανός Κεντ Ναγκάνο. Η συναυλία δόθηκε στο Μέγαρο Μουσικής του Γκέτεμποργκ στις 5 Νοεμβρίου 2015.

Kit Armstrong, Kent Nagano














We do not know when exactly Beethoven composed his Piano Concerto No.3, however we know its core was certainly written during the period 1799-1802, at a time that was characterised first by a distinct creative crisis and then by its effective surmounting. Beethoven revolutionised his creartive process. He decided thet henceforth his compositions would be called into being through a long and laborious process of creating countless pre-initial, initial sketches, etc. and that the element of spontaneity would be significantly reduced. The Piano Concerto No.3 is one of the first works to have been written in accordance with that modus operandi. The concerto premiered on April 5th, 1803, with the composer as soloist.

The famous American conductor Kent Nagano conducts Kit Armstrong and Gothenburg Symphony in Ludwig van Beethoven's Piano Concerto No.3. Kit Armstrong is an American pianist with mathematical precision. Yes, literally. He is both a piano virtuoso and an expert mathematician. He has made a rapid career in his areas of expertise, with talent and determination. A review in the Independent newspaper highlighted his "relaxed and expressive authority", calling him "a budding new member of the pianistic pantheon" and "a composer to watch." His performance of Beethoven's third piano concerto is something out of the ordinary. The concert was given at the Gothenburg Concert Hall on November 5, 2015.



Ludwig van Beethoven (1770-1827)

♪ Piano Concerto No.3 in C minor, Op.37 (1803) 

i. Allegro con brio
ii. Largo
iii. Rondo. Allegro – Presto

Kit Armstrong, piano

Gothenburg Symphony Orchestra
Μουσική διεύθυνση (Conductor): Kent Nagano

Gothenburg Concert Hall, November 5, 2015 (5 Νοεμβρίου 2015)

(HD 720p)














*(συνέχεια) Το εναρκτήριο ritornello του πρώτου μέρους (Allegro con brio) ανοίγει με ένα παθητικό κύριο θέμα, το οποίο λίγο παρακάτω «εκρήγνυται» στη Μι ύφεση μείζονα και οδηγεί με πολλή ενέργεια σε μια περισσότερο μελωδική πλάγια θεματική ιδέα· γρήγορα, όμως, η αρχική τονικότητα αποκαθίσταται και το ritornello ολοκληρώνεται με μια σειρά καταληκτικών ιδεών, οι οποίες ανάγονται εμφανέστατα στο κύριο θέμα. Η εντυπωσιακή είσοδος του πιάνου δίνει κατόπιν το έναυσμα για τη σολιστική έκθεση των σημαντικότερων από τις ιδέες που έχουν ήδη διατυπωθεί από την ορχήστρα, με αρκετές παραλλαγές, επεκτάσεις και επιπρόσθετα δεξιοτεχνικά περάσματα, ιδίως μετά την επανεμφάνιση και του πλαγίου θέματος. Με ασυγκράτητη ορμή και ανακαλώντας γνωστά ως επί το πλείστον μοτίβα, το δεύτερο ορχηστρικό ritornello αποσταθεροποιεί γρήγορα τη δευτερεύουσα τονικότητα της Μι ύφεση μείζονος και στρέφεται προς τη Σολ ελάσσονα, η οποία χρησιμεύει ακολούθως ως τονική αφετηρία για την ανάπτυξη του κυρίου θεματικού υλικού στο πλαίσιο της σολιστικής επεξεργασίας. Μια σφοδρότατη επαναφορά της εναρκτήριας ιδέας από την ορχήστρα (τρίτο ritornello) σηματοδοτεί την έναρξη της επανεκθέσεως, η οποία αρχικά βασίζεται στο πρώτο ritornello, αλλά από την επαναφορά της πλάγιας θεματικής ιδέας και έπειτα ακολουθεί πλέον τον σχεδιασμό της εκθέσεως, σε μεταφορά στην ομώνυμη Ντο μείζονα. Εντούτοις, με τη νέα δυναμική παρέμβαση της ορχήστρας στο τέταρτο ritornello, ο ελάσσων τρόπος επανέρχεται στο προσκήνιο παράλληλα με την προετοιμασία της αυτοσχέδιας καντέντσας (για την οποία ο Μπετόβεν προσέφερε εκ των υστέρων μιαν ενδιαφέρουσα εκτελεστική εκδοχή), μετά την περάτωση της οποίας – και εν αντιθέσει προς τις προδιαγραφές της κλασικής μορφής της σονάτας κοντσέρτου – το πιάνο διαμορφώνει από κοινού με την ορχήστρα μιαν εντυπωσιακή καταληκτική κλιμάκωση (coda).

Αρκετοί έχουν προβεί στην επιφανειακή παρατήρηση ότι το έργο αυτό οφείλει πολλά στα κοντσέρτα για πιάνο του Μότσαρτ και δη στο KV 491, που είναι γραμμένο επίσης στην Ντο ελάσσονα. Αυτό που έχει διαφύγει σχεδόν απ' όλους, όμως, είναι το ότι η μορφή του αργού μέρους του κοντσέρτου του Μπετόβεν συνιστά την πλέον απτή ένδειξη μοτσάρτιας επιρροής· και αυτό, διότι εδώ βρίσκει εφαρμογή ένας σπάνιος συνδυασμός τριμερούς ασματικής μορφής και σονάτας, ο οποίος καλλιεργήθηκε συστηματικά σχεδόν μόνο μεταξύ των ώριμων κοντσέρτων του Mozart. Αξιομνημόνευτο, προσέτι, είναι το γεγονός ότι το εν λόγω Largo έχει γραφεί σε μια τονικότητα, τη Μι μείζονα, η οποία απομακρύνεται ασυνήθιστα από την Ντο ελάσσονα! Αυτό, βέβαια, επιτρέπει στο αρχικό θέμα, το οποίο παρουσιάζεται πρώτα από τον σολίστα και έπειτα συμπληρώνεται από την ορχήστρα, να αποδεσμευτεί άμεσα απ' ό,τι έχει προηγηθεί και να αναδείξει τον ιδιαίτερο, βαθύ εκφραστικό του πλούτο. Μια μετάβαση καθώς και η υποψία ενός πλαγίου θέματος σονάτας καλύπτουν ακολούθως το πρώτο τμήμα μιας ευρύτερης μεσαίας ενότητας, η οποία συνεχίζεται με έναν λυρικότατο διάλογο φλάουτου και φαγκότου υπό τη συνοδεία πληθωρικών πιανιστικών αρπισμών· η μετατροπική πορεία αυτού του διαλόγου επαναπροσεγγίζει τελικά τη Μι μείζονα, για μια παραλλαγμένη επαναφορά του αρχικού θέματος, το οποίο διαδέχεται μια σχετικά εκτενής κατακλείδα, όπου ο σολίστας έχει την δυνατότητα να επιδείξει περαιτέρω τις ερμηνευτικές αρετές του.

Οι εναλλαγές του σολίστα με την ορχήστρα στην έναρξη του Rondo: allegro, ενός μέρους που στην πραγματικότητα συνδυάζει στοιχεία σονάτας και ροντό, αναδεικνύουν εξίσου τη μελαγχολική αλλά και την παρορμητική πλευρά του χαρακτήρος του κυρίου θέματος σε Ντο ελάσσονα. Όσο και αν στη συνέχεια το ανάλαφρο πλάγιο θέμα και τα περίτεχνα περάσματα που το συνοδεύουν στην σχετική Μι ύφεση μείζονα προσδίδουν έναν πρόσκαιρο τόνο αισιοδοξίας, η επανεμφάνιση ολόκληρου του κυρίου θέματος αποκαθιστά με κατηγορηματικό τρόπο την αρχική τάξη πραγμάτων. Ακόμη πιο ακραίες αντιθέσεις διαμορφώνονται στη συνέχεια μεταξύ των επιμέρους τμημάτων της κεντρικής ενότητος της επεξεργασίας, όπου την ήρεμη διάθεση μιας – σχετικά εκτενούς και δομικά αυθύπαρκτης – νέας ιδέας έρχεται να ακυρώσει δια μιας η παράφορη φουγκοειδής ορχηστρική ανάπτυξη του κυρίου θέματος, ενώ από την άλλη πλευρά η αναμενόμενη δεύτερη επαναφορά του ιδίου αναβάλλεται χάρη σε μιαν εμβόλιμη αισθαντική αναπόληση του πιάνου στην τονικότητα του αργού μέρους (Μι μείζονα)! Τελικά, η προσδοκώμενη επανέκθεση του κυρίου θέματος πραγματοποιείται αλλά με σημαντικές περικοπές, γεγονός που εξυπηρετεί την μετέπειτα οριστική εδραίωση της ομώνυμης Ντο μείζονος, όχι μόνο κατά την επαναφορά του πλαγίου θέματος και των συνοδευτικών του περασμάτων, αλλά και στην coda, όπου το κύριο θέμα επιστρέφει μεταλλαγμένο πυροδοτώντας μια σειρά εύθυμων και ζωηρών καταληκτικών χειρονομιών.

Ιωάννης Φούλιας (14.07.2008)















Born in Los Angeles in 1992, Kit Armstrong started composing at five and shortly after that began piano studies. Today he performs in the most famous concert halls in the world.

In November 2015, Sony Classical released Kit Armstrong's new solo album Liszt: Symphonic Scenes. His previous album on Sony, with works by Bach, Ligeti and Armstrong was released in September 2013. Illustrating the original nature of his programming, the selection of Chorale Preludes by J.S. Bach attracted particular attention. For Kulturradio (RBB) it was "one of the very few CDs that the world was waiting for"; the NDR Kultur described it as a "debut album full of emotions".

Kit Armstrong's compositions are published by Edition Peters. A six time winner of the ASCAP Foundation's Morton Gould Young Composer's Award, he has received commissions from the Leipzig Gewandhaus, the Volkswagen Autostadt Movimentos festival, the Philharmonic Orchestra Kiel, and BASF Culture Management, among others. His piano trio, "Stop Laughing, We're rehearsing!" was released on CD by the GENUIN label.

Armstrong studied at the Curtis Institute of Music in Philadelphia and at the Royal Academy of Music in London. At the age of seven, he started studying natural sciences at various universities including the University of Pennsylvania and Imperial College London. He earned his master’s degree in pure mathematics at the University of Paris VI.

Kit Armstrong received Schleswig-Holstein Music Festival's Leonard Bernstein Award in 2010. Kit Armstrong won the WEMAG-Soloist Prize at the Mecklenburg-Vorpommern Festival in 2014.

At the age of 13, Kit Armstrong came to know Alfred Brendel, who since then has guided him as his teacher and mentor and ascribes to him "an understanding of the great piano works that combines freshness and subtlety, emotion and intellect". The unique relationship between Armstrong and Brendel was captured in the film "Set the Piano Stool on Fire" by the British director Mark Kidel.

In 2013, Kit Armstrong acquired the Eglise Sainte-Thérèse in Hirson, France, with the plan of reawakening this disused church, a unique historical Art Deco monument, as a concert hall and creative centre for culture. Following its inauguration in 2014, it has become home to events featuring imaginative programmes and renowned artists.






























































See also / Δείτε επίσης

Gothenburg Symphony Orchestra – All the posts


&

Ludwig van Beethoven: Piano Concerto No.3 in C minor – Paul Lewis, Mark Elder

Wednesday, November 18, 2015

Alban Berg: Violin Concerto – Alina Pogostkina, Gothenburg Symphony Orchestra, David Afkham

Το Κοντσέρτο για βιολί υπήρξε το τελευταίο ολοκληρωμένο έργο του Άλμπαν Μπεργκ. Γράφτηκε το 1935 και είναι αφιερωμένο «στη μνήμη ενός αγγέλου»: της δεκαοκτάχρονης Μανόν (κόρης της Άλμας, χήρας του Γκούσταβ Μάλερ, και του διάσημου αρχιτέκτονα Βάλτερ Γκρόπιους) η οποία πέθανε σε νεαρή ηλικία. Το έργο παρουσιάστηκε μετά το θάνατο του συνθέτη, στις 19 Απριλίου 1936, στο Μέγαρο Καταλανικής Μουσικής στη Βαρκελώνη, με σολίστα τον διάσημο Ουκρανό (γεννημένο στην Αμερική) βιολονίστα Louis Krasner (1903-1995), υπό τη διεύθυνση του Γερμανού αρχιμουσικού Hermann Scherchen (1891-1966).

Το Κοντσέρτο για βιολί, του Άλμπαν Μπεργκ, ερμηνεύει η βραβευμένη Γερμανορωσίδα (γεννημένη στην Αγία Πετρούπολη το 1983) βιολονίστρια Alina Pogostkina. Τη Συμφωνική Ορχήστρα του Γκέτεμποργκ διευθύνει ο 32χρονος Γερμανός αρχιμουσικός Ντάβιντ Άφκχαμ. Η συναυλία δόθηκε στο Μέγαρο Μουσικής του Γκέτεμποργκ στις 12 Σεπτεμβρίου 2013.














Alban Berg's Violin concerto, dedicated "To the memory of an angel", was composed in 1935. The dedication is not a poetic reference. The "angel" mentioned by the composer is Manon Gropius, daughter of Alma Mahler (Gustav Mahler's ex-wife) and Walter Gropius, architect and founder of the Bauhaus movement. Alban Berg, a close friend of the Gropius couple, was deeply affected by Manon's death, at the early age of 18. The work was premiered after the composer's death, with Louis Krasner (1903-1995) playing the solo part, on 19 April 1936, in Palau de la Música Catalana, Barcelona, with conductor Hermann Scherchen (1891-1966).

David Afkham conducts Alina Pogostkina and Gothenburg Symphony in Alban Berg's Violin Concerto. Recorded in Gothenburg Concert Hall on September 12, 2013.



Alban Berg (1885-1935)

♪ Violin Concerto (1935)

Alina Pogostkina, violin

Gothenburg Symphony Orchestra
Μουσική διεύθυνση (Conductor): David Afkham

Gothenburg Concert Hall, September 12, 2013 (12 Σεπτεμβρίου 2013)

(HD 720p)



















































See also / Δείτε επίσης


Gothenburg Symphony Orchestra – All the posts

Sunday, November 15, 2015

Marika Klambatsea: KALT – Μέγαρο Μουσικής Αθηνών / Megaron, The Athens Concert Hall, 27-11-2015

Ο τίτλος της συναυλίας είναι δανεισμένος από το τραγούδι "Kalt", το οποίο γράφτηκε για τον βίαιο αποχωρισμό ενός ζευγαριού στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο. Η συναυλία αυτή «θα είναι το απόγειο των πιο τολμηρών και ακραίων φωνητικών αυτοσχεδιασμών» της Μαρίκας Κλαμπατσέα, η οποία θα τραγουδήσει άριες όπως το "E lucevan le Stelle" από την "Tosca" και το "Suicido" από την "Gioconda", θα αυτοσχεδιάσει, θα ερμηνεύσει τραγούδια του Μεσοπολέμου, όπως το "Lily Marlene" αλλά και σπιρίτσουαλς, γκόσπελ και μπλουζ. Επίσης, θα τραγουδήσει αποσπάσματα από το συνθετικό της έργο, το μαύρο μιούζικαλ «Η Χιονάτη και οι Εφτά Ουλές». Το "Kalt" πέρα από το ξεκάθαρο μήνυμα της διαφορετικότητας, που φαίνεται κι από την επιλογή των έργων διαφορετικού μουσικού ύφους και περιεχομένου, είναι πάνω απ' όλα μια καταγγελία απέναντι στην κοινωνική καταπίεση και εξαθλίωση που οδήγησαν στις αμέτρητες αυτοκτονίες τα τελευταία χρόνια στη χώρα μας. Η συναυλία αφιερώνεται στον ηθοποιό, σκηνοθέτη και συγγραφέα Γιώργο Κώνστα.

Μαρίκα Κλαμπατσέα, φωνή και πιάνο
Κώστας Παπαδόπουλος, πιάνο
Παναγιώτης Τσάγκας, κιθάρα
Νίκος Παπαναγιώτου, κρουστά
Νίκος Μπούρας, μπάσο

Σκηνοθεσία: Νίκος Βεργίτσης

Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, Αίθουσα Δημήτρης Μητρόπουλος
Παρασκευή 27 Νοεμβρίου 2015, 20:30
Προπώληση από 6 Νοεμβρίου 2015

Περισσότερες πληροφορίες














The soprano, composer and pianist of the avant-garde school, Marika Klabatsea, presents "KALT". With the familiar tones of her dramatic coloratura soprano voice, she will portray a cycle of songs on the themes of Life, Love and Death, following the voices of Pavarotti, Nomi, and Maria Callas, in works by Pucinni and Verdi, as well as rock songs by Janis Joplin and Elvis Presley. The concert ends with compositions written in Nazi concentration camps. In "KALT" we will hear Marika Klabatsea giving her most daring and pioneering vocal improvisations.

Marika Klambatsea, piano & voice
Kostas Papadopoulos, piano
Panayiotis Tsagas, guitar
Nikos Papanayiotou, percussion
Nikos Bouras, bass

Director: Nikos Vergitsis

Megaron, The Athens Concert Hall, Dimitris Mitropoulos Hall
Friday, November 27, 2015, 20:30
Advance bookings from 6 November 2015

More information

















Thursday, November 12, 2015

Alban Berg: Lulu – Marlis Petersen, Kirill Petrenko, Dmitri Tcherniakov – Bavarian State Opera 2015 (Download the opera)

Στη νέα παραγωγή της «Λούλου» του Άλμπαν Μπεργκ, στην Κρατική Όπερα της Βαυαρίας στο Μόναχο, τη σκηνοθεσία υπογράφει ένας από τους μεγαλύτερους Ρώσους σκηνοθέτες όπερας, ο Dmitri Tcherniakov. Την Κρατική Ορχήστρα της Βαυαρίας διευθύνει ο μουσικός διευθυντής της Κρατικής Όπερας της Βαυαρίας και επόμενος (από το 2018) καλλιτεχνικός διευθυντής της Φιλαρμονικής του Βερολίνου, Κιρίλ Πετρένκο. Τον ρόλο της Λούλου ερμηνεύει με τρόπο συγκλονιστικό η περίφημη Γερμανίδα υψίφωνος Μάρλις Πέτερσεν. Η παράσταση δόθηκε στις 6 Ιουνίου 2015, στο Εθνικό Θέατρο του Μονάχου, στο οποίο στεγάζεται η Κρατική Όπερα της Βαυαρίας.












Η Λούλου, γυναίκα-παιδί που στάθηκε μοιραία για όσους τη συνάντησαν, είναι πλάσμα της φαντασίας. Πριν αρχίσει το έργο, ένας θηριοδαμαστής την παρουσιάζει ως γυναίκα-φίδι, ένα από τα εξωτικά ζώα του τσίρκου. Μόνον έτσι γίνεται αντιληπτός ο μοιραίος ερωτισμός της.

«Λούλου» δεν είναι καν το πραγματικό της όνομα. Από τότε που ως έφηβη πουλούσε λουλούδια και τον εαυτό της, καθένας από τους άντρες της τη φώναζε όπως επιθυμούσε: Νέλυ, Εύα, Μινιόν, Λούλου. Φαντασιώσεις. Η Λούλου δεν ήταν ποτέ κάτι άλλο από αυτό που πρόβαλαν οι άλλοι πάνω της: αποσπασματικές όψεις.

Παιδί ακόμη, καταστράφηκε και δυνάμωσε. Εξαρτιόταν από τους άντρες και αντέστρεψε το παιχνίδι: σκότωσε όσους τη «σκότωσαν». Δεν υπήρξε «λολίτα» ούτε «μοιραία γυναίκα». Ως ερωτικό αντικείμενο, ποθητό από άντρες και γυναίκες, επερώτησε τις στερεότυπες συμπεριφορές κάθε φύλου. Όταν, στο τέλος, το παρελθόν επιστρέφει μέσα από τα φαντάσματα τριών δολοφονημένων συζύγων, τη διαλύει. Δίνεται στον Τζακ Αντεροβγάλτη χωρίς αντίτιμο. Μοναδικό ζητούμενο, η λύτρωση.















Μολονότι ο Αυστριακός συνθέτης Άλμπαν Μπεργκ (1885-1935) κατέθεσε ένα μικρό σε όγκο μουσικό έργο, ο «Βόιτσέκ» του θεωρείται η σημαντικότερη όπερα του 20ού αιώνα, ενώ η «Λούλου» θεωρείται η όπερα-σταθμός για την είσοδο του μοντερνισμού στο λυρικό θέατρο. H «Λούλου» (1934), σε λιμπρέτο του ίδιου του συνθέτη, βασίζεται στα δύο θεατρικά έργα του Φρανκ Βέντεκιντ (Frank Wedekind, 1864-1918), «Το Πνεύμα της Γης» και «Το Κουτί της Πανδώρας». Στα  έργα του αυτά ο σπουδαίος Γερμανός δραματουργός αποτυπώνει τις κοινωνικές και θεατρικές του πεποιθήσεις, σύμφωνα με τις οποίες το σεξουαλικό ένστικτο αποτελεί την πρωταρχική δύναμη ζωής, παρόλο που βρίσκεται σε διαρκή σύγκρουση με τις υποκριτικές και κοινωνικές συμβάσεις. H ηρωίδα του είναι το αληθινό, το άγριο, όμορφο ζώο, ενσάρκωση και σύμβολο του θηλυκού, δαιμονικού ερωτισμού, η «μοιραία γυναίκα» που καταστρέφει και σκοτώνει εραστές και συζύγους για να καταλήξει πόρνη στο Λονδίνο και να δολοφονηθεί από τον Τζακ τον Αντεροβγάλτη.

Το 1933 με την ανάληψη της καγκελαρίας από τον Χίτλερ, η μουσική του Μπεργκ χαρακτηρίστηκε «εκφυλισμένη» και απαγορεύτηκε στη Γερμανία, σταδιακά και στην Αυστρία. Παρότι εξέλιπε το θεμελιώδες κίνητρο να ακούσει κάποια στιγμή την όπερά του, ο Μπεργκ ολοκλήρωσε τη 2η πράξη της «Λούλου» τον Απρίλιο του 1934 και άρχισε την ενορχήστρωση. Πέθανε παραμονή Χριστουγέννων του 1935, αφήνοντας το έργο ανολοκλήρωτο. Το 1937 παρουσιάστηκε στη Ζυρίχη η δίπρακτη εκδοχή, με σπαράγματα της 3ης πράξης και μέρη από τη Σουίτα «Λούλου» που είχε συνθέσει ο Μπεργκ το 1934. Ο κόσμος του Μεσοπολέμου βρέθηκε αντιμέτωπος με τον κυνικό εαυτό του. Οι πίνακες του Βίλελμ Χάινριχ Ότο Ντιξ (1891-1969) ζωντάνεψαν στη σκηνή της όπερας.

Η χήρα του συνθέτη ζήτησε από τους συνοδοιπόρους του, Άρνολντ Σένμπεργκ (1874-1951), Άντον Βέμπερν (1883-1945) και Αλεξάντερ φον Τσεμλίνσκι (1871-1942) να ολοκληρώσουν τη «Λούλου». Την άρνησή τους ακολούθησε η δική της απολύτως αρνητική στάση να επιτρέψει σε οποιονδήποτε άλλο πρόσβαση στο υλικό, κάτι που φρόντισε να διασφαλίσει με τη διαθήκη της. Προτού πεθάνει (1976) και εν αγνοία της, ο εκδοτικός οίκος που είχε τα δικαιώματα, έδωσε το υλικό στον Αυστριακό συνθέτη και μαέστρο Φρίντριχ Τσέρχα (Friedrich Cerha, 1926-). Έτσι, η όπερα πλήρης, με τη λυτρωτική τελική κάθαρση, παρουσιάστηκε στην παρισινή Όπερα το 1979 σε μουσική διεύθυνση του Πιερ Μπουλέζ, σκηνοθεσία του Πατρίς Σερό και με την Τερέζα Στράτας στον κεντρικό ρόλο. Η επιτυχία ήταν τέτοια ώστε η «Λούλου» να καθιερωθεί αμέσως σε όλο τον κόσμο ως ένα από τα αριστουργήματα του 20ού αιώνα.

Πρώτη δισκογραφική επιλογή παραμένει εδώ και ένα τέταρτο του αιώνα η ανάγνωση του Πιέρ Μπουλέζ, με την Τερέζα Στράτας στον κεντρικό ρόλο (DG, 1979). Το ανοιχτό πνεύμα της μουσικής διεύθυνσης -που μεταφράζεται σε μεγάλη πλαστικότητα και αποχρώσεις που ξαφνιάζουν- καθώς επίσης η εντυπωσιακή ταύτιση της Στράτας με τον κεντρικό ρόλο, παραμένουν αξεπέραστα.

Πηγή: Νίκος Α. Δοντάς («Η Καθημερινή», 2005)
















At the Bayerische Staatsoper in Munich, Kirill Petrenko conducts this new production of Alban Berg's Lulu, directed for stage by Dmitri Tcherniakov and starring the soprano Marlis Petersen (Lulu).

Lulu is a femme fatale, a maneater. She marries men and then kills them, one after another, or pushes them to commit suicide. This opera, which mixes forbidden love stories, crimes and decadence of the heroine, is one of the greatest operas of the 20th century. Alban Berg died before he had a chance to bring his third act to an end, and the opera was premiered at the Zurich Opera House in 1937, two years after the composer's death. The piece shocked the audience and was far from being acclaimed by the critics. In 1979, Friedrich Cerha achieved the orchestration of the third act.

Alban Berg used the themes from two of Frank Wedekind's plays, "Pandora's Box" and "Earth Spirit", which both were forbidden in Germany. Lulu's philosophical and sociological significance seems to denounce the nonsense of a society in search for modernity, trying to deal with the confusion of the values and the search for the power.

The staging of this new production is by one of the greatest Russian stage directors of the moment, Dmitri Tcherniakov, who staged a beautiful Wozzeck at the Bolchoi a few years ago. The conductor, Kirill Petrenko, is the Bayerische Staatsoper's musical director, and Opera Magazine described him as "one of the most passionate [conductors] of his generation". The cast stars coloratura soprano Marlis Petersen, singing Lulu – one of the most important roles of her career – a role that she performed in the greatest opera theatres worldwide.
















Κατεβάστε την όπερα χρησιμοποιώντας torrent | Download the opera using torrent

Alban Berg: Lulu – Marlis Petersen, Kirill Petrenko, Dmitri Tcherniakov – Bavarian State Opera 2015

Με αγγλικούς υπότιτλους / With English subtitles

Size: 1.94 GB
Container: MP4
Resolution: 640x360
Codec: AVC, 940kbps
Audio.Codec: AAC, 160kbps, 2ch
Frame Rate: 25 fps
Runtime: 04:22:00

Το αρχικό βίντεο αφαιρέθηκε για «λόγους πνευματικών δικαιωμάτων» / The original video was removed for "copyright reasons"















Alban Berg (1885-1935)

Lulu (1934)


Opera in Three Acts / Όπερα σε Τρεις Πράξεις


Marlis Petersen..........Lulu

Daniela Sindram..........Countess Geschwitz
Rachael Wilson..........A theatrical dresser, a high-school boy, a groom
Christian Rieger..........The Doctor (Lulu's first husband), the Banker, the Professor
Rainer Trost..........The painter (Lulu's second husband), a negro
Bo Skovhus..........Dr. Schön (editor-in-chief), Jack the Ripper
Matthias Klink..........Alwa (Dr Schön's son, a composer)
Martin Winkler..........An animal tamer, the Athlete
Wolfgang Ablinger-Sperrhacke..........The prince, the manservant, the marquis
Christoph Stephinger..........The theatre manager
Nicholas Reinke..........The police commissioner
Elsa Benoit..........A fifteen-year-old girl
Cornelia Wulkopf..........Her mother
Heike Grötzinger..........A woman artist
John Carpenter..........A journalist
Leonard Bernad..........A manservant
Pavlo Hunka..........Schigolch, an old man

Stage director: Dmitri Tcherniakov
Costumes: Elena Zaytseva
Lightings: Gleb Filshtinsky

Bayerisches Staatsorchester (Bavarian State Orchestra)

Μουσική διεύθυνση (Conductor): Kirill Petrenko

Bayerische Staatsoper (Bavarian State Opera), National Theatre Munich, June 6, 2015


Πρώτη δημοσίευση: 12 Νοεμβρίου 2015 – First publication: November 12, 2015
Τελευταία ενημέρωση: 15 Δεκεμβρίου 2015 – Last update: December 15, 2015









































Δείτε επίσης – Watch also

Giuseppe Verdi: La Traviata – Marlis Petersen, Giuseppe Varano, James Rutherford – Tecwyn Evans, Peter Konwitschny (Oper Graz 2011, HD 1080p)

Giacomo Puccini: Madama Butterfly – Kristine Opolais, Roberto Alagna, Maria Zifchak, Dwayne Croft – Karel Mark Chichon, Anthony Minghella (MET 2016 – Download the opera)

Georges Bizet: Carmen – Elena Maximova, Giancarlo Monsalve, Michael Bachtadze, Johanna Parisi – Myron Michailidis, Enrico Castiglione (Taormina Festival 2015, HD 1080p)

Giacomo Puccini: Turandot – Mlada Khudoley, Riccardo Massi, Guanqun Yu, Michael Ryssov – Wiener Symphoniker, Paolo Carignani – Marco Arturo Marelli (Bregenz Festival 2015 – Download the opera)

Engelbert Humperdinck: Hänsel und Gretel – Brigitte Fassbaender, Edita Gruberova, Helga Dernesch, Hermann Prey, Sena Jurinac – Wiener Philharmoniker, Georg Solti (HD 1080p)


Christoph Willibald Gluck: Orfeo ed Euridice – A film by Ondřej Havelka – Bejun Mehta, Eva Liebau, Regula Mühlemann – Václav Luks


Giuseppe Verdi: La Traviata – Anna Netrebko, Rolando Villazón, Thomas Hampson – Carlo Rizzi, Willy Decker (Salzburg Festival 2005)


Antonio Vivaldi: Ercole su'l Termodonte – Zachary Stains, Mary-Ellen Nesi, Alan Curtis, John Pascoe (Spoleto Festival 2006)

Pyotr Ilyich Tchaikovsky: Iolanta – Anna Netrebko, Sergei Skorokhodov, Valery Gergiev, Mariinsky Theater 28/9/2009


Richard Wagner: Tristan und Isolde – Robert Dean Smith, Violeta Urmana, Philippe Jordan – Opéra National de Paris, 2014 (Audio video)


Giacomo Puccini: Tosca, Act II – Maria Callas, Renato Cioni, Tito Gobbi, Georges Prêtre, Franco Zeffirelli

Dmitri Shostakovich: Katerina Izmailova (Lady Macbeth of Mtsensk), 1966 – A film by Mikhail Shapiro – Galina Vishnevskaya, Konstantin Simeonov

&

Alban Berg: Lulu Suite – Anna Prohaska, Claudio Abbado

Alban Berg: Violin Concerto – Alina Pogostkina, Gothenburg Symphony Orchestra, David Afkham