DSO Live

DSO Live
SUNDAY, MAY 7: Los Angeles: 12:00 noon – Detroit, New York, Toronto: 03:00 PM – London: 08:00 PM – Paris, Brussels, Berlin, Madrid: 09:00 PM – Moscow, Kiev, Athens: 10:00 PM | MONDAY, MAY 8: Jakarta: 02:00 AM

Monday, November 30, 2015

Μουσική υπό διωγμό: οι πολιτικές διώξεις του Σοστακόβιτς – Μέρος Β

Οι πολιτικές διώξεις του 1948

Μετά το τέλος του πολέμου και την καθιέρωση του Σοστακόβιτς στη μουσική σκηνή της Σοβιετικής Ένωσης (ιδιαίτερο ρόλο έπαιξαν τα πατριωτικά έργα που έγραψε κατά τα χρόνια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου), υπήρξε μία σύντομη περίοδος νηνεμίας στα μουσικά ζητήματα της Σοβιετικής Ένωσης.

Όλα αυτά όμως άλλαξαν με την τοποθέτηση του Αντρέι Ζντάνοφ (1896-1948) ως υπευθύνου για την εφαρμογή των ιδεωδών του σοσιαλιστικού ρεαλισμού, ο οποίος ήταν πλέον η μοναδική επίσημη πολιτική ιδεολογία του Σοβιετικού κράτους, στις τέχνες. Αυτό έγινε το 1946. Ο Ζντάνοφ ξεκίνησε μία διαδικασία χειραγώγησης (την ονόμαζε «αναδιοργάνωση») των τεχνών. Οι πρώτες μορφές τέχνης που επλήγησαν ήταν η λογοτεχνία, ο κινηματογράφος, το θέατρο και οι εικαστικές τέχνες ενώ η σειρά της μουσικής ήρθε το 1948.

Η βασική ιδεολογία της περιόδου αυτής εκφράστηκε με το σύνθημα «ή μαζί μας ή εναντίον μας». Μέση λύση για τους καλλιτέχνες δεν υπήρχε. Το σημαντικότερο για το καθεστώς ήταν η εγκαθίδρυση μιας ποδηγετούμενης τέχνης, της οποίας τα καλλιτεχνικά έργα θα συμβάδιζαν με τα πιστεύω και τις ενέργειες του καθεστώτος.

Η διοργάνωση μερικών συναντήσεων με προεδρεύοντα τον Ζντάνοφ ήταν η αρχή του τέλους για την ανεξάρτητη μουσική δημιουργία. Ο Ζντάνοφ βρήκε ως αφορμή για τη διεξαγωγή αυτών των συναντήσεων την όπερα του ελάχιστα γνωστού Γεωργιανού συνθέτη Βάνο Μουραντέλι (1908-1970), «Η Μεγάλη Φιλία». Ο Μουραντέλι κατηγορήθηκε για φορμαλισμό και το περιεχόμενο της όπερας καταδικάστηκε ανοιχτά από τον Ζντάνοφ. Η βασική διαφωνία του καθεστώτος, που εκφραζόταν μέσω του Ζντάνοφ, ήταν ότι τα νοήματα της όπερα ήταν αντίθετα με την επίσημη ιδεολογική γραμμή.

Φυσικά η αιτία ήταν τελείως διαφορετική και το έργο του Μουραντέλι, ο οποίος ήταν συνθέτης μικρών δυνατοτήτων απ' ότι φαίνεται, λειτούργησε ως αφορμή για να μπορέσει ο Ζντάνοφ να θέσει τα πλαίσια εντός των οποίων θα μπορούσαν να δημιουργούν οι συνθέτες.

Μιλώντας σε μία συνέλευση της Ένωσης Σοβιετικών
Συνθετών. Δίπλα του διακρίνεται ο Κρένικοφ.
Κατά τη διάρκεια των συναντήσεων αυτών, ο Κρένικοφ, ο οποίος ήταν διευθυντής της Ένωσης Σοβιετικών Συνθετών και όργανο του Κόμματος, έλαβε το λόγο και κατακεραύνωσε διάφορους σημαντικούς συνθέτες της εποχής, τους οποίους κατηγόρησε για φορμαλισμό. Ακόμα και ο Μουραντέλι καταδίκασε το ίδιο του το έργο λέγοντας ότι είχε πλανηθεί και παρασυρθεί από τη φορμαλιστική μουσική άλλων, γνωστότερων συνθετών. Ανάμεσα σε αυτούς που κατονομάστηκαν ως φορμαλιστές ήταν οι Σοστακόβιτς, Προκόφιεφ, Χατσατουριάν, Σαπόριν κ.ά. Το επιστέγασμα όλων των παραπάνω ήταν η έκδοση ενός διατάγματος από τον Ζντάνοφ, όπου οι παραπάνω συνθέτες κατονομάζονταν ως πρωτεργάτες του φορμαλισμού στη Σοβιετική Ένωση. Η μουσική των συνθετών που κατονομάστηκαν στη διακήρυξη, ουσιαστικά απαγορεύτηκε και ήταν σπάνιες οι φορές που παίζονταν έργα τους.

Την έκδοση του κειμένου του Ζντάνοφ ακολούθησαν μία σειρά από συνέδρια τοπικού αλλά και εθνικού χαρακτήρα και τα οποία είχαν ως κοινό τόπο την δαιμονοποίηση των συνθετών που είχαν αναφερθεί στο διάταγμα του Ζντάνοφ. Ο Σοστακόβιτς έχασε τη θέση του στο Ωδείο της Μόσχας ενώ το ίδιο συνέβη και στους άλλους συνθέτες που είχαν μπει στο στόχαστρο του Ζντάνοφ. Το μόνο παρήγορο ήταν ότι παρ' όλο που υπήρξε επίσημη απαγόρευση να παίζονται τα έργα του Σοστακόβιτς και των υπολοίπων «φορμαλιστών», ο Στάλιν αναίρεσε αυτή την απόφαση του κρατικού φορέα για το μουσικό ρεπερτόριο (Glavrepertkom). Μία ενέργεια φυσικά με μικρό, ουσιαστικά, αντίκρυσμα αφού η εκτέλεση έργων του Σοστακόβιτς ήταν έτσι κι αλλιώς σπάνιο φαινόμενο εκείνο τον καιρό.


Λογοκρισία

Μετά το θάνατο του Στάλιν, τον Μάρτιο του 1953, υπήρξε μία περίοδος φιλελευθεροποίησης η οποία ονομάστηκε «The Thaw»[iii]. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου ελαττώθηκε ο ασφυκτικός «εναγκαλισμός» που προκαλούσε ασφυξία από μέρους του Σοβιετικού καθεστώτος. Ο Νικίτα Χρουστσόφ (1894-1971) ανέλαβε τη διακυβέρνηση της χώρας και αποδόμησε την εικόνα του Στάλιν, με την περίφημη ομιλία του του 1956, η οποία, παρ' όλο ότι προοριζόταν να εκφωνηθεί μυστικά μόνο στους συνέδρους του 20ού Συνεδρίου του Κομμουνιστικού Κόμματος Σοβιετικής Ένωσης, διέρρευσε στον Σοβιετικό αλλά και δυτικό Τύπο. Η πλήρης αποκαθήλωση της εικόνας του Στάλιν και της πολιτικής του επήλθε το 1961 στο 22ο Συνέδριο του ΚΚΣΕ.

Με τον Κοντράσιν και τον Γεφτουσένκο,
από την πρεμιέρα της Συμφωνίας αρ. 13 «
Μπάμπι Γιαρ»
Οι κρατικές παρεμβάσεις δεν ήταν τόσο έντονες πλέον αλλά ακόμα και τότε υπήρχαν. Η παρέμβαση γινόταν με διαφορετικό τρόπο. Η δημόσια απέχθεια του καθεστώτος για έργα τέχνης γινόταν γνωστή μέσα από δηλώσεις που έκαναν οι υψηλά ιστάμενοι, ακόμα και ο γενικός γραμματέας του ΚΚΣΕ, Νικίτα Χρουστσόφ. Τον μεγαλύτερο σάλο και κριτική στα καλλιτεχνικά ζητήματα της χώρας προκάλεσε το ποίημα του Εβγκένι Γεφτουσένκο, «Μπάμπι Γιαρ». Το ποίημα αυτό αναφερόταν στη σφαγή των Εβραίων κατοίκων του χωριού Μπάμπι Γιαρ από τις γερμανικές στρατιωτικές μονάδες κατά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο. Οι αντιδράσεις που υπήρξαν κατέδειξαν ένα υφέρπον πρόβλημα, αυτό του αντισημιτισμού. Το Σοβιετικό καθεστώς ήταν, υπογείως, αντισημιτικό και δεν ανεχόταν την ανάδειξη της σφαγής των Εβραίων του Μπάμπι Γιαρ να έρχεται με τέτοιο τρόπο στην επιφάνεια. Η ηρωοποίηση των πεσόντων Εβραίων ήταν το μεγάλο πρόβλημα του καθεστώτος.

Ο Σοστακόβιτς αποφάσισε να μελοποιήσει το ποίημα αυτό και ενώ αρχικά υπολόγιζε να γράψει μία καντάτα, τελικά συνέθεσε μία συμφωνία σε πέντε μέρη, για σόλο μπάσο, χορωδία και ορχήστρα, ενώ τα ποιήματα που χρησιμοποίησε ήταν όλα του Γεφτουσένκο. Η Συμφωνία αρ. 13 «Μπάμπι Γιαρ» τελείωσε τον Μάρτιο του 1962 και ο Σοστακόβιτς ζήτησε από τον Εβγκένι Μραβίνσκι να διευθύνει την πρώτη εκτέλεσή της. Ο Μραβίνσκι αρνήθηκε, φοβούμενος τις συνέπειες που μπορεί να είχε γι' αυτόν μία τέτοια πράξη.

Στην πρώτη παρουσίασή της, τη Συμφωνία αρ. 13 διηύθυνε τελικά ο Κίριλ Κοντράσιν, στις 18 Δεκεμβρίου 1962. Παρ' όλες τις προσπάθειες του καθεστώτος να εμποδίσει την πρεμιέρα του έργου, μέσω πιέσεων προς τον Κοντράσιν αλλά και προς τους τραγουδιστές (ο Σοστακόβιτς είχε αναθέσει σε δύο διαφορετικούς σολίστες να μάθουν το μέρος του μπάσου ώστε σε περίπτωση που ο ένας πειθόταν να μην τραγουδήσει, πράγμα που συνέβη, να υπάρχει μία εναλλακτική λύση), η Συμφωνία παίχτηκε και η ανταπόκριση του κοινού ήταν εντυπωσιακή.

Μετά από τις δύο πρώτες παρουσιάσεις της Συμφωνίας, και με προγραμματισμένη μία ακόμη για τις 15 Ιανουαρίου 1963, ο ποιητής Γεφτουσένκο αποφάσισε να αλλάξει τους στίχους του ποιήματός του και δημοσίευσε μία δεύτερη γραφή, η οποία περιείχε αναφορές στη Ρωσία και στο Κομμουνιστικό Κόμμα. Επηρεασμένος, όπως φαίνεται, ο Γεφτουσένκο από τις πιέσεις που δεχόταν από το Σοβιετικό καθεστώς, αποφάσισε να συμβιβαστεί και να δώσει στους ιθύνοντες του κόμματος αυτό που επιζητούσαν.

Ο Σοστακόβιτς αισθάνθηκε άσχημα για το συμβάν αυτό, ενώ πληροφορήθηκε ότι εφόσον ο ποιητής είχε αλλάξει τους αρχικούς στίχους η συναυλία της 15ης Ιανουαρίου 1963 δεν θα μπορούσε να γίνει με την αρχική μορφή της Συμφωνίας. Ο συνθέτης αποφάσισε να μην αλλάξει τη μουσική αλλά να επέμβει στο αρχικό κείμενο και να αλλάξει μερικούς από τους στίχους. Παρ' όλη την εχθρική στάση του καθεστώτος, δεν υπήρξε κάποια επίσημη διακήρυξη γα την απαγόρευση του συγκεκριμένου έργου. Το μόνο που υπήρχε ήταν η δήλωση του Κόμματος ότι δεν συνιστούσε την παρουσίαση αυτού του έργου.

Για άλλη μία φορά ο Σοστακόβιτς δοκίμαζε τη σκληρότητα του καθεστώτος, της φίμωσης, έμμεσης αυτή τη φορά, και της λογοκρισίας του έργου του. Φυσικά, αυτό το γεγονός δεν μπορεί να συγκριθεί με τις δύο προηγούμενες περιόδους και τα γεγονότα που τις χαρακτηρίζουν, αλλά δείχνει ξεκάθαρα ότι η χειραγώγηση των τεχνών δεν είχε πάψει να υφίσταται ως ενδεδειγμένη ενέργεια από την πλευρά των κρατούντων.

Σε μία δεξίωση στο Κρεμλίνο. Διακρίνονται οι Χρουστσόφ, Κρένικοφ, Σαπόριν,
Καμπαλέφσκι, ενώ ο Σοστακόβιτς βρίσκεται αριστερά στη φωτογραφία














Επίλογος

Η ζωή του Σοστακόβιτς, αλλά και των ομοτέχνων του, χαρακτηριζόταν από μία διαρκή ανασφάλεια. Οι προθέσεις του καθεστώτος άλλαζαν και η αστάθεια χαρακτήριζε τις επιλογές των εκάστοτε υπευθύνων περί τα καλλιτεχνικά. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα να μην μπορεί ένας καλλιτέχνης να δημιουργεί απρόσκοπτα και δίχως, αθέλητα τις περισσότερες φορές, να υποπίπτει στο «αμάρτημα» του καιροσκοπισμού. Υπήρξαν περίοδοι όπου, λόγω του φόβου που προκαλούσε η ρευστή κατάσταση, οι συνθέτες ήταν αναγκασμένοι να γράφουν με γνώμονα τη φυσική τους επιβίωση και όχι τα καλλιτεχνικά πιστεύω τους. Ακόμη και ο Σοστακόβιτς αναγκάστηκε να συμβιβαστεί, ειδικά την εποχή όπου κυρίαρχος στο χώρο των τεχνών ήταν ο Ζντάνοφ. Τη φυσική αδυναμία και το φόβο να αντιπαρατεθεί ένας άνθρωπος με ένα τερατώδες σύστημα απολυταρχίας, όπως ήταν εκείνη την εποχή το Σοβιετικό καθεστώς, δεν γίνεται να την μεταφράζει κανείς σε δειλία. Τελικά, ο Σοστακόβιτς υπήρξε ένας θαρραλέος καλλιτέχνης από την άποψη ότι έγραφε μουσική για ζητήματα που αποτελούσαν «αγκάθια» για τη Σοβιετική κοινωνία της εποχής.


[iii] Κυριολεκτικά σημαίνει «το ξεπάγωμα», εννοώντας ότι βγήκαν από την απομόνωση όλοι αυτοί οι καλλιτέχνες, των οποίων τα έργα είχαν βρεθεί στο περιθώριο.

Πηγή: Αλέξανδρος Χαρκιολάκης, 30 Ιανουαρίου 2006 (Μεγάλη Μουσική Βιβλιοθήκη της Ελλάδας «Λίλιαν Βουδούρη»)


















Δείτε επίσης – See also

Dmitri Shostakovich: Symphony No.5 in D minor – BBC Symphony Orchestra, Edward Gardner

Dmitri Shostakovich: Symphony No.13 in B flat minor "Babi Yar" – Sergei Aleksashkin, Groot Omroepmannenkoor, Radio Filharmonisch Orkest, Dima Slobodeniouk

Dmitri Shostakovich: Symphony No.4 in C minor – Gothenburg Symphony Orchestra, David Afkham

Μουσική υπό διωγμό: οι πολιτικές διώξεις του Σοστακόβιτς – Μέρος Α

Dmitri Shostakovich: Sonata for viola and piano – Maxim Rysanov, Kathryn Stott



No comments:

Post a Comment