George Li

George Li
George Li (b. 1995), pianist – Second Prize (XV International Tchaikovsky Competition, 2015)

Saturday, April 30, 2016

Sotiris Nicolas Kassos: Deisis – Jerax Ensemble, Cleopatra Dardali (Audio video)

Τη σύνθεση «Δέησις» του Σωτήρη Νικόλα Κάσσου, ερμηνεύει το μουσικό σύνολο Ιέραξ. Συμπράττει η βιολοντσελίστρια Κλεοπάτρα Δαρδάλη.

«Για να επιτύχουμε την απαραίτητη εσωτερικότητα η οποία απαιτείται, στοχεύουμε στις απλές μελωδικές γραμμές, καθώς και στην επιστροφή στην τονικότητα. Ο συνθέτης, μας λέει ο Άρβο Περτ, θα πρέπει να γράφει όταν έχει κάτι να πει.» — Σ. Ν. Κάσσος



Sotiris Nicolas Kassos (b. 1989)

♪ Deisis (2016)

Σύνολο Ιέραξ / Jerax Ensemble:
Χρήστος Δαλιάνης, βιολί / Christos Dalianis, violin
Ίων Κουρμπανάς, βιολί / Ion Kourbanas, violin
Σωτήρης Νικόλας Κάσσος, κλαρινέτο και μαντολίνο / Sotiris Nicolas Kassos, clarinet and mandolin

Φιλική συμμετοχή: Κλεοπάτρα Δαρδάλη, βιολοντσέλο / Guest: Cleopatra Dardali, cello

(HD 1080p – Audio video)

Σωτήρης Νικόλας Κάσσος: Official Site














See also / Δείτε επίσης

Το ταξίδι της δυτικής αρμονίας. Μια αλληγορία. Του Σωτήρη Νικόλα Κάσσου

Sotiris Nicolas Kassos: Victricem Manum Tuam. Easter Hymn – Evita Chioti, Stefanos Giannopoulos, Sotiris Nicolas Kassos (Audio video)

Friday, April 29, 2016

Richard Wagner: Parsifal, Act III, Prelude and Good Friday Music – Gothenburg Symphony Orchestra, David Afkham

Υπό τη διεύθυνση του ανερχόμενου αστέρα του πόντιουμ, Γερμανού αρχιμουσικού Ντάβιντ Άφκχαμ, η Συμφωνική Ορχήστρα του Γκέτεμποργκ ερμηνεύει δύο ορχηστρικά αποσπάσματα από την 3η Πράξη της τελευταίας όπερας του Ρίχαρντ Βάγκνερ, «Πάρσιφαλ»: το «Πρελούδιο» και τη «Μουσική της Μεγάλης Παρασκευής». Η συναυλία δόθηκε στο Μέγαρο Μουσικής του Γκέτεμποργκ στις 17 Δεκεμβρίου 2014.

Στην αυτοβιογραφία «Η Ζωή Μου» (Mein Leben), ο Βάγκνερ αναφέρει ότι εμπνεύστηκε τον «Πάρσιφαλ» το πρωί της Μεγάλης Παρασκευής, τον Απρίλιο του 1857, στο «Άσυλο», το μικρό εξοχικό σπίτι στο κτήμα του Όττο φον Βέζεντονκ στη Ζυρίχη, το οποίο ο Βέζεντονκ – ένας πλούσιος έμπορος μεταξιού και γενναιόδωρος προστάτης των τεχνών – είχε θέσει στη διάθεση του Βάγκνερ. Ο συνθέτης και η σύζυγός του, Μίνα, είχαν μετακομίσει στο εξοχικό σπίτι στις 28 Απριλίου.

«Τη Μεγάλη Παρασκευή ξύπνησα και βρήκα τον ήλιο να λάμπει έντονα για πρώτη φορά σ' αυτό το σπίτι: ο μικρός κήπος ήταν φωτεινός με το πράσινό του, τα πουλιά τραγουδούσαν, και επιτέλους μπορούσα να καθίσω στην οροφή και να απολαύσω την πολυπόθητη ειρήνη με το μήνυμα της υπόσχεσης. Γεμάτος από αυτό το συναίσθημα, ξαφνικά θυμήθηκα ότι η μέρα ήταν Μεγάλη Παρασκευή και επανέφερα στον νου μου τη σημαντικότητα που υποτίθεται ότι είχε αυτός ο οιωνός όταν διάβαζα το "Parzival" του Βόλφραμ φον Έσενμπαχ. Από την παραμονή μου στο Μαρίενμπαντ [το καλοκαίρι του 1845], όπου εμπνεύστηκα τους Αρχιτραγουδιστές και τον Λόενγκριν, δεν ασχολήθηκα ποτέ ξανά μ' εκείνο το ποίημα. Τώρα οι ευγενείς του δυνατότητες με χτύπησαν με συντριπτική δύναμη, και από τις σκέψεις μου για τη Μεγάλη Παρασκευή συνέλαβα γρήγορα ένα ολόκληρο δράμα, από το οποίο με γρήγορες πινελιές έκανα ένα σκετς, διαιρώντας το σε τρεις Πράξεις».

Ωστόσο, όπως παραδέχθηκε ο ίδιος ο συνθέτης στη δεύτερη σύζυγό του, την Κόζιμα Βάγκνερ, η ανωτέρω περιγραφή είχε αρκετή δόση ποιητικής αδείας, αφού ομολόγησε ότι η μέρα δεν ήταν Μεγάλη Παρασκευή και ότι απλά η ευχάριστη ατμόσφαιρα της φύσης τον έκανε να σκεφτεί ότι «έτσι έπρεπε να είναι η Μεγάλη Παρασκευή».

Το έργο μπορεί πράγματι να το είχε συλλάβει ο Βάγκνερ στο εξοχικό σπίτι του Βέζεντονκ την τελευταία εβδομάδα του Απριλίου του 1857, αλλά η Μεγάλη Παρασκευή εκείνο το έτος έπεσε στις 10 Απριλίου, όταν η οικογένεια Βάγκνερ έμενε ακόμη στην οδό Zeltweg 13 στη Ζυρίχη. Αν αυτό το σκετς, που αναφέρει ο Βάγκνερ στην αυτοβιογραφία του, ήταν χρονολογημένο (τα περισσότερα από τα σωζόμενα έγγραφα του Βάγκνερ είναι χρονολογημένα), θα μπορούσε να διευθετήσει το ζήτημα μια για πάντα, αλλά δυστυχώς δεν έχει σωθεί.

Ο Βάγκνερ δεν ασχολήθηκε με τον «Πάρσιφαλ» για τα επόμενα οκτώ χρόνια, διάστημα κατά το οποίο ολοκλήρωσε το «Τριστάνος και Ιζόλδη» και άρχισε τους «Αρχιτραγουδιστές της Νυρεμβέργης». Στη συνέχεια, μεταξύ 27 και 30 Αυγούστου 1865, έπιασε και πάλι τον «Πάρσιφαλ» και έκανε ένα σχέδιο πρόζας, που περιείχε μια αρκετά σύντομη περιγραφή της πλοκής και έναν σημαντικό αριθμό λεπτομερών παρατηρήσεων σχετικά με τους χαρακτήρες και τα θέματα του δράματος. Όμως για άλλη μια φορά εγκατέλειψε το έργο και το άφησε στην άκρη για άλλα εντεκάμιση χρόνια. Στο διάστημα αυτό, το μεγαλύτερο μέρος της δημιουργικής ενέργειας του Βάγκνερ αφιερώθηκε στο «Δαχτυλίδι των Νιμπελούνγκεν», το οποίο τελικά ολοκληρώθηκε το 1874 και έκανε πρεμιέρα στο Μπαϊρόιτ τον Αύγουστο του 1876. Μόνο όταν ολοκληρώθηκε το τιτάνιο αυτό έργο, ο Βάγκνερ βρήκε το χρόνο να επικεντρωθεί στον «Πάρσιφαλ». Στις 23 Φεβρουαρίου 1877 είχε ολοκληρώσει ένα δεύτερο και πιο εκτεταμένο σχέδιο του έργου και μέχρι τις 19 Απριλίου του ίδιου έτους το είχε μετατρέψει σε λιμπρέτο (ή «ποίημα», όπως προτιμούσε να αποκαλεί ο Βάγκνερ το λιμπρέτο του).

Τον Σεπτέμβριο του 1877 ξεκίνησε να γράφει τη μουσική, κάνοντας δύο ολοκληρωμένα σχέδια από την αρχή μέχρι το τέλος. Το πρώτο από αυτά γράφτηκε με μολύβι σε τρία μουσικά πεντάγραμμα, ένα για τις φωνές και δύο για τα όργανα. Το δεύτερο ολοκληρωμένο σχέδιο, το ορχηστρικό, γράφτηκε με μελάνι σε τρία τουλάχιστον, μερικές φορές και σε πέντε, πεντάγραμμα και ήταν πολύ πιο λεπτομερές.

Το δεύτερο σχέδιο ξεκίνησε στις 25 Σεπτεμβρίου 1877, λίγες μόλις ημέρες μετά το πρώτο. Σ' αυτό το σημείο της καριέρας του ο Βάγκνερ προτιμούσε να δουλεύει και τα δύο σχέδια ταυτόχρονα, έτσι ώστε να μην επιτρέψει να παρέλθει πολύς χρόνος μεταξύ του αρχικού καθορισμού του κειμένου και της τελικής επεξεργασίας της μουσικής. Το πρώτο σχέδιο της τρίτης Πράξης ολοκληρώθηκε στις 16 Απριλίου 1879 και το δεύτερο σχέδιο στις 26 του ίδιου μήνα.

Το πλήρες αποτέλεσμα, δηλαδή η ολοκληρωμένη πλέον μουσική, ήταν το τελικό στάδιο της διαδικασίας της σύνθεσης. Γράφτηκε με μελάνι και αποτελείτο από ένα αντίγραφο ολόκληρης της όπερας, με όλες τις φωνές και με σημειωμένα τα όργανα σύμφωνα με την καθιερωμένη πρακτική. Ο Βάγκνερ συνέθετε μία Πράξη τη φορά, ολοκληρώνοντας το πρώτο και το δεύτερο σχέδιο κάθε Πράξης πριν ξεκινήσει την επόμενη Πράξη. Αλλά επειδή το δεύτερο σχέδιο είχε ήδη ενσωματωμένες όλες τις λεπτομέρειες της σύνθεσης, στην πραγματικότητα η σύνταξη του τελικού αποτελέσματος ήταν για τον Βάγκνερ μία δουλειά ρουτίνας, που μπορούσε να την κάνει όποτε θα είχε το χρόνο. Έτσι ενώ το Πρελούδιο της Πρώτης Πράξης ολοκληρώθηκε τον Αύγουστο του 1878, η υπόλοιπη όπερα ολοκληρώθηκε μεταξύ του Αυγούστου του 1879 και της 13ης Ιανουαρίου του 1882.

Πηγή: el.wikipedia.org














David Afkham conducts Gothenburg Symphony Orchestra in two orchestral excerpts from the 3rd Act of the last opera of Richard Wagner, "Parsifal": the "Prelude" and "Good Friday Music". Concert Master is Vlad Stanculeasa. Recorded 17 December 2014.

Parsifal, Wagner's last opera, was premiered in 1882. Breaking from operatic norm, Wagner had for years been calling his openings "preludes" rather than overtures. Composed largely from the opera's thematic motifs, Parsifal's prelude prepares listeners for the grandiose scope of the story about to unfold. Slowly and meditatively, it introduces the tale, its motifs building majestically and then melting into more intimate expression. With Wagner's incomparable gifts at orchestrating and molding themes and harmonies, one is left somewhere between pious reflection and deep awe.

This reverent reflection is precisely the frame of mind that Wagner intended for his listeners. Parsifal was to be the realization of his effort to combine literature, music, graphic art, and religion into the "true art". Wagner spent nearly a quarter of his life planning, financing, and building the Festspielhaus, an opera house in Bayreuth, Germany, dedicated solely to the production of his operas. The Festspielhaus was to be a Shrine to Art and Purity. Those who made the pilgrimage to this sacred place were to be purified by the sacrament of Wagner's creations. When the Festspielhaus was nearly completed, he began writing a newspaper, the Bayreuther Blätter, devoted to expounding on his music and his social theories of cultural purification. Obsessed by a Christ complex, he chose the Parsifal myth to consecrate his holy shrine with his "true art", insisting that it could be produced only in Bayreuth for the term of its copyright. Wagner did not even call Parsifal an opera, but rather a Buhnenweihfestspiel – roughly translating to "stage-consecrating festival play".

The story of Parsifal, mythologized by Medieval writers (in particular the German Eschenbach), and rewritten by Wagner, revolves around the spear that stabbed Christ's side on the cross, and the goblet (Grail) that Christ drank from at the Last Supper. Wagner's complex libretto tells the story of a brotherhood of honorable men, the Knights of the Grail, formed to guard those two sacred relics and to fight evil. When the Knights reject Klingsor's application for the Knighthood, he turns to black magic and devotes himself to corrupting them. The Keeper of the Grail, Amfortas (son of the aging Grail King, Titurel), attacks Klingsor's castle but is stabbed in the side by the spear that he was meant to protect. His near-mortal wound worsens each time he performs the ritual of unlocking the Grail's chamber that sustains the Knights' mortal lives. The destiny of Parsifal, the "holy fool", is to heal Amfortas' wound with the spear that caused it, but his greater destiny is to exemplify a Christological compassion and redemption.

Whatever Wagner's sacramental intentions may have been for his grand opera house, today one does not come to the concert hall to hear Parsifal for redemption, but rather for the exquisite music that transcends Wagner's eccentricities. The two orchestral excerpts, the "Prelude" and "Good Friday Spell", are austere, noble, and beautiful in their vastness. Integral to Wagner's operas are his rich chromaticism and harmonies, ingenious orchestration (Wagner designed some of his own instruments), and intensive development of leitmotifs – themes associated with specific characters, locales, or plot elements. The "Prelude" begins with the Motif of the Sacrament, reverently rising and falling in the clarinet and bassoon over muted strings and pulsing winds. The gently swelling Grail Motif is heard next in the trumpets. Soon after comes the Motif of Faith, a dignified theme in the brass. The development of this motif builds to one of the most powerful moments in the opera.

The "Good Friday Spell", originally set for voices and orchestra, is the baptismal scene in the third and final Act. After years of wandering, Parsifal finally returns to the Grail Castle on Good Friday. One of the Knights explains to him the regenerative significance of that holy day and tells him that it is also the funeral day of the Grail King, Titurel. Recognized as the Chosen One, Parsifal is elected to succeed Titurel and is baptized. Beginning with regal fanfares, a transformative set of modulations draws the mood and music back to the Motif of the Sacrament. Parsifal, in his purity and innocence, takes a moment to remark on the beauty of the blooming mountain meadows, as the clarinet sings the lovely Good Friday Meadows Motif. Revisiting some of the other motifs, the music winds down to a softly tender ending.

Source: Max Derrickson (pages.jh.edu/jhso)



Richard Wagner (1813-1883)

♪ Parsifal, Act III, Prelude and Good Friday Music (1878-1882)

Gothenburg Symphony Orchestra
Μουσική διεύθυνση (Conductor): David Afkham

Gothenburg Concert Hall, December 17, 2014 (17 Δεκεμβρίου 2014)

(HD 720p)


































































































More photos / Περισσότερες φωτογραφίες



See also / Δείτε επίσης

Gothenburg Symphony Orchestra – All the posts

Wednesday, April 27, 2016

Wolfgang Amadeus Mozart: Flute Concerto No.1 in G major – Anders Jonhäll, Gothenburg Symphony Orchestra, David Afkham

Κατά την παραμονή του στο Μάνχαϊμ (Οκτώβριος 1777 - Μάρτιος 1778) ο Μότσαρτ αποδέχτηκε την πρόταση ενός φιλόμουσου Ολλανδού εισοδηματία, να συνθέσει γι' αυτόν «τρία μικρά, εύκολα και σύντομα κοντσέρτα καθώς και μερικά κουαρτέτα για το φλάουτο», έναντι αμοιβής διακοσίων gulden (χρυσό νόμισμα της εποχής). Παρότι ο Μότσαρτ δεν έτρεφε ιδιαίτερη συμπάθεια για το φλάουτο, κυρίως για τεχνικούς λόγους, άρχισε τη σύνθεση των κομματιών που συμφωνήθηκαν. Όταν όμως ο De Jean, όπως ήταν το όνομα του φιλόμουσου Ολλανδού, αναχώρησε για το Παρίσι τον Φεβρουάριο του 1778, ο Μότσαρτ είχε προλάβει να συνθέσει και παρέδωσε μόνο δύο κοντσέρτα και τρία κουαρτέτα. Γι' αυτό και πληρώθηκε μόνο ενενήντα έξι από τα διακόσια gulden: σε αυτό ίσως συνέβαλε το γεγονός ότι τα έργα δεν ήταν καθόλου εύκολα ούτε και μικρά για έναν ερασιτέχνη φλαουτίστα, όπως ο De Jean, ο οποίος έδειξε έτσι τη δυσαρέσκειά του.

Όταν οι ερευνητές αναζήτησαν αργότερα αυτά τα έργα του Μότσαρτ, των οποίων τις παρτιτούρες είχε πάρει μαζί του ο Ολλανδός και δεν βρίσκονταν στο αρχείο του συνθέτη, βρήκαν σταδιακά το «πρώτο κοντσέρτο για φλάουτο», Κ.313, τα τρία κουαρτέτα, K.285, K.285a, K.285b, και το «δεύτερο κοντσέρτο για φλάουτο», K.314. Βρήκαν, επίσης, ένα Andante, K.315, το οποίο πιθανόν να ήταν μία παραλλαγή του δεύτερου μέρους του «πρώτου κοντσέρτου» ή να επρόκειτο να αποτελέσει το δεύτερο μέρος του υπό δημιουργία τρίτου κοντσέρτου που δεν ολοκληρώθηκε ποτέ.

Το Κοντσέρτο για φλάουτο αρ. 1 σε Σολ μείζονα, K.313, του Βόλφγκανγκ Αμαντέους Μότσαρτ, ερμηνεύει ο διακεκριμένος Ολλανδός φλαουτίστας και δάσκαλος φλάουτου στην Ακαδημία Μουσικής και Θεάτρου του Γκέτεμποργκ, Anders Jonhäll (γενν. 1966). Τη Συμφωνική Ορχήστρα του Γκέτεμποργκ διευθύνει ο ανερχόμενος αστέρας του πόντιουμ, Γερμανός αρχιμουσικός Ντάβιντ Άφκχαμ. Η συναυλία δόθηκε στο Μέγαρο Μουσικής του Γκέτεμποργκ στις 19 Δεκεμβρίου 2015.





In a letter of 10 December 1777 Mozart reported to his father from Mannheim that Johann Baptist Wendling, principal flautist of the famous Mannheim Orchestra, had been approached by a wealthy Dutch businessman by the name of De Jean, who was prepared to pay 200 gulden for three easy flute concertos and four flute quartets for his own use. Mozart accepted the commission with the understanding that the works were to be ready before De Jean left for Paris in mid-February 1778. By the day before the Dutchman left, Mozart had delivered only three of the quartets and two concertos, for which he had been paid only 96 gulden. The composer, who was himself being pressed by his father to continue his own journey to Paris with his mother, was full of excuses, writing back to Salzburg on 14 February, "It is not surprising I have been unable to finish them, for I never have a single hour's quiet here... Moreover, you know I become quite powerless when I am obliged to write for an instrument I can't stand".

There is more than a hint of disingenuousness in Mozart's words, for this was the height of the period during which he was being distracted from his work by his new-found love for the Mannheim singer Aloysia Weber. (He ultimately married her sister, Constanze.) Of the two flute concertos Mozart handed over to De Jean, the second, in D major, was not even a new work, but an arrangement of an oboe concerto he had composed in Salzburg in the previous year. If Mozart's dislike of the flute was as great as he claimed, there are few signs in the Flute Concerto No. 1 in G major, particularly in the expressive central Adagio ma non troppo. The outer movements are an Allegro maestoso and a concluding Rondo: Tempo di Menuetto. The work is scored for two oboes (replaced by flutes in the Adagio), two horns, and strings.

Source: Joseph Stevenson (allmusic.com)




Wolfgang Amadeus Mozart (1756-1791)

♪ Flute Concerto No.1 in G major, K.313 (1778)


i. Allegro maestoso
ii. Adagio ma non troppo
iii. Rondeau. Tempo di Menuetto

Anders Jonhäll, flute

Gothenburg Symphony Orchestra
Μουσική διεύθυνση (Conductor): David Afkham

Gothenburg Concert Hall, December 19, 2015 (19 Δεκεμβρίου 2015)

(HD 720p)









































































More photos / Περισσότερες φωτογραφίες



See also / Δείτε επίσης

Gothenburg Symphony Orchestra – All the posts

Sunday, April 24, 2016

Johann Sebastian Bach: St Matthew Passion, BWV 244 – Concentus Musicus Wien, Nikolaus Harnoncourt (1971, Audio video)

In Memoriam Nikolaus Harnoncourt (06/12/1929 - 05/03/2016)

Nikolaus Harnoncourt, 1970



















Μία από τις παλαιότερες (αν όχι η παλαιότερη) ηχογράφηση του έργου «Κατά Ματθαίον Πάθη» του Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ, με όργανα εποχής και με ιστορικά τεκμηριωμένες πρακτικές ερμηνείας. Ο Νικολάους Αρνονκούρ, πρωτοπόρος στον τομέα αυτό, μας δίνει εδώ μιαν εκτέλεση που για τα δεδομένα της εποχής της (1970) μπορεί να θεωρηθεί μουσικό και επιστημονικό επίτευγμα.

Το κύριο χαρακτηριστικό της ηχογράφησης αυτής είναι ότι όλες οι «γυναικείες» φωνές στη χορωδία και στα σόλι αποδίδονται από νεαρά αγόρια κατά την αυθεντική παράδοση της εποχής του Μπαχ. Το άκουσμα της παιδικής-ανδρικής χορωδίας είναι πολύ χαρακτηριστικό και ίσως κάποτε λιγάκι φάλτσο. Σίγουρα, πάντως, δεν ενοχλεί την ακρόαση. Αντιθέτως, θεωρούμε ότι είναι απαραίτητο για τη σωστή αυθεντική απόδοση του έργου. Οι παιδικές φωνές είχαν ιδιαίτερη σημασία άλλωστε και ως συμβολισμός στην παλαιά μουσική. Οι νεαροί σολίστες της παιδικής χορωδίας της Βιένης, που ερμηνεύουν τις άριες για σοπράνο και άλτο, δεν έχουν τίποτα να ζηλέψουν από τους ενήλικες συναδέλφους τους. Η αγνότητα της ερμηνείας τους και η εξαιρετική στυλιστική καθοδήγηση του Αρνονκούρ καθιστούν τους μικρούς τραγουδιστές σίγουρα το μεγαλύτερο ατού της ηχογράφησης.

Η ορχήστρα αποτελείται από μουσικούς της πρώτης γενιάς εκτελεστών οργάνων εποχής. Όπως πάντα, ο Αρνονκούρ κάνει εξαιρετική δουλειά με την ορχήστρα. Παρ' όλα αυτά, στις μέρες μας οι μπαρόκ ορχήστρες είναι  ικανές να κάνουν περισσότερα και πιο «φίνα» πράγματα – ειδικά τα πνευστά.

Στυλιστικά, η ηχογράφηση αυτή αποτελεί σταθμό και για την εποχή της ήταν πρωτοποριακή. Αλλά ακόμη και σήμερα, πολύ λίγα πράγματα θα μπορούσαν να τεθούν υπό αμφισβήτηση στην εκτέλεση αυτή. Επιπλέον, η ατμόσφαιρα την οποία δημιουργεί ο Αρνονκούρ είναι εκπληκτική.

Πηγή: Γεράσιμος Ανδρέας Χοϊδάς (Καθηγητής μουσικής, θεωρητικός με εξειδίκευση στον 17ο και 18ο αιώνα. Μάρτιος 2004)



Τα «Κατά Ματθαίον Πάθη» του Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ, είναι αναμφισβήτητα ένα από τα σπουδαιότερα και μεγαλοπρεπέστερα έργα της δυτικής ευρωπαϊκής μουσικής. Ο ακριβής τίτλος του έργου είναι "Passio D. N. J. C. secundum Matthaeum". Το κείμενο είναι γραμμένο σε γερμανική γλώσσα και περιέχει τα κείμενα από το Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο, που αφορούν στο Θείο Πάθος (κεφάλαια 26 και 27), χορικά (choral) της προτεσταντικής εκκλησίας (ορισμένα από τα οποία χρονολογούνται ήδη από τον 16ο αι.), καθώς και ποιητικά κείμενα του Christian Friedrich Henrichi, επονομαζόμενου Piccander. Το έργο γράφτηκε στη Λειψία όταν ο Μπαχ ζούσε και εργαζόταν εκεί έχοντας τη θέση του κάντορα στην εκκλησία του Αγίου Θωμά. Η πρώτη γραφή του έργου χρονολογείται από το 1727, υπάρχουν όμως αλλαγές και βελτιώσεις που έγιναν τα έτη 1736, 1739 και 1745. Αρκετοί από τους μελετητές του έργου του Μπαχ διατυπώνουν την άποψη ότι τα «Κατά Ματθαίον Πάθη» και η «Λειτουργία σε Σι ελάσσονα» αποτελούν τα κορυφαία έργα του συνθέτη.

Η πρώτη παρουσίαση του έργου έγινε τη Μεγάλη Παρασκευή, 11 Απριλίου του 1727, στην εκκλησία του Αγίου Θωμά στη Λειψία. Θεωρείται πολύ πιθανόν το έργο να παρουσιάστηκε ξανά ενόσω ζούσε ο συνθέτης. Μετά το θάνατό του, όμως, λησμονήθηκε από κοινό και μουσικούς, μέχρι την αναβίωσή του έναν αιώνα αργότερα από τον μόλις 21 ετών Φέλιξ Μέντελσον-Μπαρτόλντυ. Ο Μέντελσον ανακάλυψε το χειρόγραφο του έργου σε βιβλιοθήκη του Βερολίνου και το παρουσίασε με τη Χορωδία και την Ορχήστρα της Singakademie, στις 11 Μαρτίου του 1829. Η επιτυχία ήταν τεράστια και σηματοδότησε την αναβίωση και αναγνώριση του έργου του Μπαχ.

Τα «Κατά Ματθαίον Πάθη» του Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ, ερμηνεύουν το σύνολο παλαιάς μουσικής Concentuns Musicus Wien, μέλη της Χορωδίας Αγοριών του καθεδρικού ναού του Ρέγκενσμπουργκ, μέλη της Χορωδίας του King's College του Κέιμπριτζ και σολίστες της Χορωδίας Αγοριών της Βιένης. Συμπράττουν οι Άγγλοι κόντρα-τενόροι Paul Esswood, Tom Sutcliffe και James Bowman, ο Αυστριακός τενόρος Kurt Equiluz, ο Άγγλος τενόρος Nigel Rogers, ο Γερμανός μπάσος Karl Ridderbusch, ο Ολλανδός μπασοβαρύτονος Max van Egmond και ο Γερμανός μπασοβαρύονος Michael Schopper. Τις χορωδίες διευθύνει ο Βρετανός και σπουδαιότερος διευθυντής χορωδίας της γενιάς του, David Willcocks (1919-2015). Η μουσική διεύθυνση είναι του Νικολάους Αρνονκούρ. Η ηχογράφηση έγινε το 1970 και κυκλοφόρησε σε δίσκους βινυλίου το 1971 από τη γερμανική δισκογραφική εταιρεία Teldec.



The St Matthew Passion is one of hundreds of sacred pieces Bach wrote during his long tenure as director of church music and cantor of the school at Thomaskirche. The story for the work was taken mostly from the Gospel According to Matthew, but the actual verses that Bach set to music were provided by several contemporary poets. His principal contributor was Christian Friedrich Henrici, a poet who wrote under the name of Picander and also supplied the text for Bach's secular Peasant Cantata (1742).

The St Matthew Passion is divided into two parts, and its performance takes somewhat less than three hours. The first part concerns Jesus Christ's betrayal, the Last Supper, and his prayers and arrest in Gethsemane. The second part presents the rest of the biblical story, including the Crucifixion, death, and burial of Christ. Throughout the work, there is more music for the four soloists – soprano, alto, tenor, and bass – than for the chorus. Often the chorus is called upon to present Bach's new settings of existing chorales. Most prominent of those is the chorus "O Haupt voll Blut und Wunden" ("O Sacred Head Now Wounded"), which stands as 54th of the 68 sections.

The soloist's parts are less solos than duets – not with each other but rather with performers drawn from the orchestra. The alto air "Buss und Reu" ("Guilt and Pain"; section 6) opens with a gently flowing flute line, and, even after the alto joins in, the flute remains prominent. That same effect happens in several other airs, sometimes with the singers receiving woodwind partners and sometimes viola da gamba and always further support from continuo parts. The soprano air "Ich will dir mein Herze schenken" ("I Will Thee My Heart Now Offer"; section 13) is distinct not only in that it matches the soprano with two oboes, rather than just one, but also in that it is the only genuinely cheerful section in the entire work.

The St Matthew Passion was performed several times during the composer's life, and a copy of its original manuscript exists in Bach's own handwriting. However, at his death in 1750, the St Matthew Passion, along with most Bach compositions, was forgotten. Nearly eight decades later the 20-year-old Felix Mendelssohn reintroduced the work when he conducted a 400-member chorus and a full orchestra in a 19th-century premiere at the Berlin Sing-Akadamie on March 11, 1829.

Source: Betsy Schwarm (britannica.com)



Johann Sebastian Bach (1685-1750)

♪ St Matthew Passion / Matthäus-Passion, BWV 244 (1727)

Part 1 [00:00:00]*
Part 2 [01:16:15]

Solisten der Wiener Sängerknaben (soprano 1 & 2: Ancillae, Uxor Pilati)

Paul Esswood, countertenor
Tom Sutcliffe, countertenor
James Bowman, countertenor (Testis)
Kurt Equiluz, tenor (Evangelista)
Nigel Rogers, tenor (Testis)
Karl Ridderbusch, bass (Jesus)
Max van Egmond, bass (Judas, Petrus, Pontifex, Pilatus)
Michael Schopper, bass

Knabenstimmen des Regensburger Domchors
Mannerstimmen des King's College Choir, Cambridge
David Willcocks, choirmaster

Concentus Musicus Wien
Nikolaus Harnoncourt, conductor

Teldec 1971

(HD 1080p – Audio video)

* Χρόνος έναρξης του κάθε μέρους / Start time of each part















Δείτε επίσης – See also

Nikolaus Harnoncourt – Part I | All the posts

&

Johann Sebastian Bach: St Matthew Passion, BWV 244 – Orquesta Sinfónica de Galicia, Ton Koopman (2015, HD 1080p)

Johann Sebastian Bach: St Matthew Passion, BWV 244 – Cappella Breda Boys, Amsterdam Baroque Orchestra & Choir, Ton Koopman (HD 1080p)

Leonidas Kavakos: Violin Masterclass & Chamber Music Workshop – Athens, 6, 7 & 8 May, 2016















Λεωνίδας Καβάκος – 5ο Διεθνές Σεμινάριο Βιολιού & Workshop Μουσικής Δωματίου

Το Ωδείο Μουσικοί Ορίζοντες έχει την τιμή να διοργανώσει για πέμπτη συνεχή χρονιά στην Ελλάδα το Σεμινάριο Βιολιού & Workshop Μουσικής Δωματίου με τον διεθνούς φήμης βιολονίστα Λεωνίδα Καβάκο. Ένα από τα πιο σημαντικά μουσικά εκπαιδευτικά γεγονότα στην Ευρώπη, μοναδικού εκπαιδευτικού χαρακτήρα και καλλιτεχνικής αξίας με παγκόσμια απήχηση, η ιδιαιτερότητά του οποίου έγκειται στο γεγονός ότι είναι ανοιχτό σε νέα ταλαντούχα παιδιά καθώς και σε επαγγελματίες μουσικούς από όλο τον κόσμο. 

Κατά τα προηγούμενα έτη συμμετείχαν σε αυτό εξαιρετικοί νέοι μουσικοί από την Ελλάδα και από πολυάριθμες χώρες του εξωτερικού, μεταξύ των οποίων η Ιαπωνία, Αμερική, Αγγλία, Ιταλία, Ισπανία, Γαλλία, Ολλανδία, Γερμανία, Μεξικό, Αρμενία, Νορβηγία, Αυστρία και το Βέλγιο. Το Σεμινάριο είναι διάρκειας τριών ημερών και αποτελεί μια μοναδική εμπειρία τόσο για τους συμμετέχοντες όσο και για τους ακροατές, οι οποίοι επίσης συμμετέχουν με την παρουσία τους από κάθε γωνιά της Ελλάδας. Μετά από τρία χρόνια επιτυχούς διοργάνωσης στη χώρα μας, η εξαιρετικά θετική απήχηση του Σεμιναρίου το έχει καταστήσει ως ένα διαδεδομένο και εδραιωμένο γεγονός στο διεθνές μουσικό γίγνεσθαι.

Η διάρκεια του Σεμιναρίου είναι τρεις ημέρες. Οι ενεργοί συμμετέχοντες λαμβάνουν ένα ατομικό μάθημα με τον Λεωνίδα Καβάκο, δωρεάν είσοδο για όλες τις μέρες του Σεμιναρίου και Βεβαίωση Συμμετοχής.

6, 7 & 8 Μαΐου 2016
Ωδείο Μουσικοί Ορίζοντες, Αραχώβης 39, Αθήνα
210 3821396

Περισσότερες πληροφορίες



Leonidas Kavakos – International Violin Masterclass & Chamber Music Workshop

The Musical Horizons Conservatory proudly presents "Leonidas Kavakos International Violin Masterclass & Chamber Music Workshop" for the fifth consecutive year in Athens, Greece.

The Masterclass is open to professionals as well as young talented musicians from around the world.

The previous years musicians from Japan, USA, England, Italy, Spain, France, Netherlands, Germany, Armenia, Mexico, Austria, Belgium and many more countries from around the globe, visited Greece either as Active Participants of the Masterclass or simply as its Audience.

The duration of the Masterclass is three days and each Active Participant receives one lesson with Leonidas Kavakos as well as a free 3-day pass.

6, 7 & 8 May, 2016
Musical Horizons Conservatory, Arachovis 39, Athens, Greece
 0030 - 210 3821396

More information















Δείτε επίσης – Watch also

Sergei Prokofiev: Violin Concerto No.2 in G minor – Leonidas Kavakos, Mariinsky Theatre Orchestra, Valery Gergiev (HD 1080p)

Sergei Prokofiev: Violin Concerto No.1 in D major – Leonidas Kavakos, Mariinsky Theatre Orchestra, Valery Gergiev (HD 1080p)

Ottorino Respighi: Violin Sonata in B minor – Leonidas Kavakos, Yuja Wang

Friday, April 22, 2016

Giacomo Puccini: Madama Butterfly – Kristine Opolais, Roberto Alagna, Maria Zifchak, Dwayne Croft – Karel Mark Chichon, Anthony Minghella (MET 2016 – Download the opera)

Η διάσημη Λετονή υψίφωνος Kristine Opolais ερμηνεύει σπαρακτικά τον ομώνυμο ρόλο στη δημοφιλή όπερα «Μαντάμα Μπατερφλάι» του Τζάκομο Πουτσίνι, στην περίφημη σκηνοθεσία του 2006, του Άντονι Μινγκέλα («Ο Άγγλος Ασθενής»). Ο τενόρος Roberto Alagna ερμηνεύει τον υποπλοίαρχο Πίνκερτον, τον εγωιστή αξιωματικό που τσακίζει τα ερωτικά όνειρα της Μπατερφλάι. Ο Βρετανός μαέστρος Karel Mark Chichon κάνει το ντεμπούτο του στη Met, διευθύνοντας ένα σύνολο εκπληκτικών ερμηνευτών, το οποίο περιλαμβάνει τη μεσόφωνο Maria Zifchak στον ρόλο της Σουζούκι, καθώς και τον βαρύτονο Dwayne Croft στον ρόλο του Σάρπλες.

Η παράσταση κινηματογραφήθηκε από τον Gary Halvorson, στη Μετροπόλιταν Όπερα της Νέας Υόρκης, στις 2 Απριλίου 2016.



"A gorgeous cinematic spectacle." — The New York Times

Anthony Minghella's breathtaking production has thrilled audiences ever since its premiere in 2006. One of the world's foremost Butterflys, soprano Kristine Opolais takes on the title role and Roberto Alagna sings Pinkerton, the naval officer who breaks Butterfly's heart. Two veterans of this production are Maria Zifchak as Suzuki and Dwayne Croft as Sharpless. Karel Mark Chichon conducts.
















Giacomo Puccini (1858-1924)

Madama Butterfly (1904)

Όπερα σε δύο Πράξεις / Opera in two Acts

Λιμπρέτο των Λουίτζι Ίλικα και Τζουζέπε Τζακόζα / Libretto by Luigi Illica and Giuseppe Giacosa

Kristine Opolais..........Cio-Cio-San
Roberto Alagna..........Pinkerton
Maria Zifchak..........Suzuki
Dwayne Croft..........Sharpless
Tony Stevenson..........Goro
Stefan Szkafarowsky..........Bonze
Yunpeng Wang..........Yamadori
Edyta Kulczak..........Kate Pinkerton
David Crawford..........Commissioner
Craig Montgomery..........Yakuside
Belinda Oswald..........Mother
Jean Braham..........Aunt
Patricia Steiner..........Cousin
Juhwan Lee..........Registrar
Hsin-Ping Chang..........Dancer
James Graber..........Dancer

The MET Orchestra
Μουσική διεύθυνση (Conductor): Karel Mark Chichon

Σκηνοθεσία (Direction): Anthony Minghella (1954-2008), Carolyn Choa
Χορογραφίες (Choreographer): Carolyn Choa
Σκηνικά (Set Designer): Michael Levine
Κοστούμια (Costume Designer): Han Feng
Φωτισμοί (Lighting Designer): Peter Mumford
Παιδί-μαριονέτα (Child-puppet): Kevin Augustine, Tom Lee, Marc Petrosino
Μαριονέτες (Puppetry): Blind Summit Theatre
Σκηνοθεσία βίντεο (Video Director): Gary Halvorson

Metropolitan Opera, New York, April 2, 2016











Κατεβάστε την όπερα – Download the opera

Με αγγλικούς, γαλλικούς, γερμανικούς, ρωσικούς, ισπανικούς και σουηδικούς υπότιτλους
With English, French, German, Russian, Spanish and Swedish subtitles

Link 1 (nitroflare.com) | Link 2 (bigfile.to) | Link 3 (uploaded.to)
Ανάλυση / Resolution: 1280x720p
Μέγεθος / Size: 3.4 GB

Κατεβάστε όλα τα αρχεία και στη συνέχεια αποσυμπιέστε / You need to download all the files before extracting

Για την αποσυμπίεση των αρχείων, χρησιμοποιείστε το WinRAR (στα ελληνικά)

To decompress the files, use the WinRAR (in English)

ή / or 7-Zip



Link 4 (Torrent)
Ανάλυση / Resolution: 1920x1080p
Μέγεθος / Size: 25.06 GB














Η «Μαντάμα Μπατερφλάι» είναι διάσημη για τις άριες, τη μελωδική μουσική και τη δραματική θεατρικότητά της. Πρόκειται για ένα έργο το οποίο καταφέρνει να συγκινεί διαχρονικά και να προκαλεί συναισθήματα, ανάγοντας τη μορφή της ηρωίδας του σε σύμβολο ανεξάντλητης υπομονής και αιώνιας, σταθερής αγάπης.

Η «ιαπωνική τραγωδία», η οποία εξιστορεί τον μοιραίο έρωτα της δεκαπεντάχρονης γκέισας Τσο-Τσο-Σαν για τον Μπέντζαμιν Φράνκλιν Πίνκερτον, υποπλοίαρχο του Ναυτικού των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής, φωτίζει μουσικά την αντιπαράθεση των δύο πολιτισμών, του ιαπωνικού και του δυτικού/αμερικανικού.

Tη νεαρή γκέισα «Πεταλούδα» νοίκιασε έναντι 39 δολαρίων το μήνα ένας Αμερικανός αξιωματικός. Από αυτά, 4 δολάρια στοίχιζε η κρατική άδεια που της επέτρεπε να είναι ερωμένη του και της εξασφάλιζε πρόσβαση στα δημόσια λουτρά, 25 δολάρια στοίχιζε η κατοικία και 10 ακόμη δολάρια μια υπηρέτρια. Εκείνος απολάμβανε τις ανέσεις ενός γάμου με ημερομηνία λήξης και εκείνη είχε στέγη και υπηρέτρια. Ο αξιωματικός, φεύγοντας για την Αμερική, της υποσχέθηκε ότι θα επέστρεφε κοντά της όταν οι κοκκινολαίμηδες χτίζουν τις φωλιές τους. Αντί γι' αυτό, την άφησε πάμπτωχη με ένα μωρό στην αγκαλιά.

Με αυτή την αφήγηση της αδερφής του που έζησε στο Ναγκασάκι και αφορούσε την πραγματική ιστορία της νεαρής γκέισας Τσο-Σαν, ο συγγραφέας Τζον Λούθερ ξεκίνησε να γράφει το σύντομο διήγημα του, το οποίο αποτέλεσε τη βάση για το θεατρικό έργο και στη συνέχεια για την όπερα του Πουτσίνι.

Η «Μπατερφλάι» δεν ξεφεύγει από τη λογική του βερισμού, με τις έντονες αντιπαραθέσεις και την αγάπη προς τις θεατρικές λύσεις. Έτσι, η παρτιτούρα επιλέγει με μεγάλη προσοχή τον τρόπο που επενδύει την κάθε στιγμή. Οι επιρροές της ενορχήστρωσης από το μουσικό σύμπαν των Ντεμπυσσύ και Ραβέλ, τα ιδιαίτερα στοιχεία από την ιαπωνική μουσική παράδοση, οι κλιμακώσεις, οι ποιότητες μουσικής δωματίου, αλλά και τα ξεσπάσματα με το σύνολο της ορχήστρας, δίνουν στην όπερα το σφυγμό της, την ιδιαίτερη ζωή της.

Ο βασικός χαρακτήρας, της Τσο-Τσο-Σαν σκιαγραφείται από τον Πουτσίνι με ευαισθησία και αναπτύσσεται αριστοτεχνικά έως το τέλος. Οι αρχικές σύντομες, αποσπασματικές και περιγραφικές πράξεις δηλώνουν ξεκάθαρα την αφελή παιδούλα, ο λυρισμός του ερωτικού ντουέτου αποκαλύπτει τρυφερά συναισθήματα, η νοσταλγία της ερωτευμένης γυναίκας επιτρέπει να υποψιαστεί κανείς το πάθος που θα οδηγήσει στο τραγικό τέλος. Κάθε μια από τις μουσικές στάσεις κορυφώνει το δράμα, εξηγεί την ψυχολογία και δικαιολογεί τους χειρισμούς της Μπατερφλάι.

Η ιστορία της «Μαντάμα Μπατερφλάι» – του πιο αγαπημένου του έργου, όπως την χαρακτήρισε ο Πουτσίνι –, η οποία σήμερα θεωρείται μια από τις πιο δημοφιλείς όπερες παγκοσμίως, είναι περιπετειώδης και σχεδόν μυθιστορηματική. Από τις αποδοκιμασίες του κοινού και τις 20.000 λίρες με τις οποίες ο Πουτσίνι αποζημίωσε το Teatro alla Scala για την παταγώδη αποτυχία στην πρώτη πρεμιέρα στο Μιλάνο το 1904, έως τη μεγάλη επιτυχία και τις 27 αυλαίες στη δεύτερη πρεμιέρα στην Μπρέσια, μεσολάβησαν μόλις τρεις μήνες και αρκετές τροποποιήσεις στη σύνθεση και το λιμπρέτο.

Η παγκόσμια επιτυχία επισφραγίστηκε με την ιδιαιτέρως επιτυχημένη πρεμιέρα στο Παρίσι το 1906, με μια νεότερη βερσιόν του έργου, στην οποία έγιναν εκτενείς περικοπές από τον συνθέτη. Για το ελληνικό λυρικό θέατρο η «Μαντάμα Μπατερφλάι» έχει ιστορική σημασία, καθώς είναι το πρώτο έργο που ανέβασε η νεοσυσταθείσα Εθνική Λυρική Σκηνή, το 1940.
















Α' Πράξη

Ναγκασάκι, αρχές του 20ού αιώνα. Ο Μπέντζαμιν Φράνκλιν Πίνκερτον, υποπλοίαρχος του Ναυτικού των ΗΠΑ, ρυθμίζει με τον Γκόρο, Ιάπωνα μεσίτη γάμων, τις τελευταίες λεπτομέρειες της γαμήλιας ένωσής του με τη δεκαπεντάχρονη γκέισα Τσο-Τσο-Σαν, την αποκαλούμενη «Μπατερφλάι». Ο Πίνκερτον πληροφορεί τον Αμερικανό πρόξενο Σάρπλες ότι, σύμφωνα με το ιαπωνικό δίκαιο, για τον ίδιον η ένωση αυτή δεν είναι δεσμευτική και μπορεί να λυθεί σε οποιονδήποτε χρόνο. Μάταια ο Σάρπλες επισημαίνει στον αξιωματικό ότι για την έφηβη Τσο-Τσο-Σαν η τελετή είναι σοβαρή υπόθεση.

Καταφτάνει η νύφη με συγγενείς, φίλους και φίλες της. Παρουσιάζει στον Πίνκερτον τα λιγοστά της υπάρχοντα, που περιλαμβάνουν το τελετουργικό μαχαίρι με το οποίο αυτοκτόνησε ο πατέρας της. Αμέσως μετά φτάνει ο Μπόνζο, ιερέας και θείος της γκέισας, που την καταριέται επειδή απαρνήθηκε τη θρησκευτική πίστη της. Το ίδιο ζητά από τους παρευρισκόμενους συγγενείς. Η Τσο-Τσο-Σαν μένει μόνη με τον Πίνκερτον, που προσπαθεί να την παρηγορήσει. Η υπηρέτριά της, Σουζούκι, την ετοιμάζει για την πρώτη νύχτα του γάμου, και η ερωτευμένη Μπατερφλάι σμίγει με τον σύζυγό της στον κήπο.


Β' Πράξη

Τρία χρόνια αργότερα, στην ίδια κατοικία η Τσο-Τσο-Σαν και η Σουζούκι συζητούν μόνες. Ο Πίνκερτον έφυγε για την πατρίδα του λίγο μετά το γάμο και δεν επέστρεψε από τότε. Παρ' όλα αυτά, εκείνη παραμένει πιστή και ονειρεύεται τη μέρα που θα τον ξαναδεί. Φτάνει ο Σάρπλες, θέλοντας να την προετοιμάσει για την επιστροφή του Πίνκερτον μαζί με την Αμερικανίδα σύζυγό του. Η Τσο-Τσο-Σαν αρνείται να τον ακούσει. Του δείχνει το γιο που απέκτησε από τον Πίνκερτον. Στολίζει το σπίτι για την υποδοχή του και, πλάι στο παιδί και στη Σουζούκι, τον περιμένει άγρυπνη όλη τη νύχτα.

Ξημερώνει, και η Τσο-Τσο-Σαν παίρνει το παιδί σε διπλανό δωμάτιο για να το νανουρίσει. Μπαίνουν ο Πίνκερτον και ο Σάρπλες. Ζητούν από τη Σουζούκι να μιλήσει με την Αμερικανίδα σύζυγο που περιμένει έξω από το σπίτι. Ο Πίνκερτον αναπολεί το παρελθόν. Κυριευμένος από τύψεις, αποφεύγει να αντιμετωπίσει την Τσο-Τσο-Σαν και αποχωρεί. Εμφανίζεται η Μπατερφλάι, η οποία τον αναζητά. Έντρομη, βλέπει την ξένη γυναίκα στον κήπο. Πληροφορείται από τον Σάρπλες και τη Σουζούκι ότι ο Πίνκερτον δεν θα γυρίσει ποτέ πια κοντά της. Φαίνεται να αποδέχεται όσα συμβαίνουν, δέχεται να δώσει ακόμη και το γιο τους, αρκεί να τον παραλάβει ο ίδιος ο Πίνκερτον. Η Τσο-Τσο-Σαν ζητά να μείνει μόνη και αποφασίζει να θέσει τέλος στη ζωή της. Σε μία προσπάθεια να αποφευχθεί το κακό, η Σουζούκι στέλνει κοντά της το παιδί. Εκείνη, αφού το αποχαιρετήσει με σπαρακτικό πόνο, του δένει τα μάτια και αυτοκτονεί λίγο πριν από τον ερχομό του Πίνκερτον.














Kristine Opolais breaks hearts in Met's Madama Butterfly

The late film director Anthony Minghella's production of "Madama Butterfly" was a stunning application of his cinematic skills. The opera begins in complete darkness and silence, and as the black screen in front is lifted, a dancer clad in white kimono appeared from the backstage, now lit in red. The music finally begins as she dances with a fan. She quickly exits as Pinkerton and Sharpless enter from the back to begin their dialogue. Action moves swiftly with movable shoji screens on black stage; other props are brought in and out by black-clad and masked figures as they are called kuroko in traditional Japanese theater, invisible stage helpers. Colorful kimonos of the chorus women as they enter with Butterfly in Act I and bold lighting enhance the cinematic and exotic quality of the production.

Lovingly directed and choreographed by Mr Minghella's widow Carolyn Choa, the production that opened the Met season in 2006 is still breathtakingly beautiful in its simplicity and boldness. After the wedding ceremony of Cio-Cio-San and Pinkerton and its disruption by her uncle, The Bonze, their love duet is performed on dark stage lit by Japanese paper lanterns carried by kuroko in a romantic setting that reveals no hint of the coming tragedy. The second intermission is inserted at the night vigil with the quiet Humming Chorus. The last scene opens with the Butterfly's plight enacted by a male dancer and a puppet. The stage returns to its bare black for the Butterfly's suicide, as two rivers of red sash for blood stream from her body. As the black screen falls, the Japanese characters "Madama Butterfly" slowly appears in white as an end roll.

The production is a great showcase vehicle for Puccini's complex and sophisticated music as well as for the singer in the title role. Kristine Opolais completely inhabited the character and, despite some vocal shortcomings, scored a success in her heartbreaking portrayal of a geisha falling for an American sailor who returns with an American wife to claim their child.

Ms Opolais has an expressive voice that she employs skillfully to achieve great effect. Butterfly's entrance aria showed her in good voice, and she capped it with an extended high note. Her singing was at its best when she sang softly, at the beginning of her love duet with Pinkerton in Act I, and at the end of the magical Flower Duet with her maid, Suzuki, in Act II.  While one may wish for a singer with warmer and richer voice, especially in higher range, Ms Opolais excelled with her keen sense of drama and deep connection to music. Her voice sometimes followed the contours of melodies as played by a single instrument with astounding mastery; it was as if her voice became part of the orchestra.

The soprano's showcase aria "Un bel dì" in this production takes place rather unexpectedly and innocuously as the Butterfly discusses her situation with Suzuki. Ms Opolais sang the aria quietly, and even as the Butterfly reiterated her conviction of Pinkerton's return, her voice never rose in excessive volume. It was an effective way to convey her belief. Her real tour de force was Butterfly's extended last scene. As she bid farewell to her child (a puppet skillfully handled by three kuroko), praising him as a gift from heaven who would cross the ocean to a new life, there was not a dry eye in the theater. It was clear from Ms Opolais's final gesture as she stabbed herself, with Pinkerton's voice calling to her, that it was her child that was her last thought, as Ms Opolais extended her arm towards the son, and not to the approaching Pinkerton.

Roberto Alagna played Pinkerton as a straightforward and cheerful sailor seeking temporary romance, only to regret his actions deeply. He looked youthful and sang well, his high notes ringing clearly and thrillingly. He was dramatically involved and the love duet in Act I, with the two singers capping the final high notes clearly, was unusually poignant as Mr Alagna's Pinkerton seemed genuinely in love with Butterfly. It made his subsequent betrayal all the more painful. Most of Mr Alagna's singing was in forte, and he ended his brief aria "Addio fiorito asil" with a long sustained note to full effect.

Two veterans of this production, Dwayne Croft as Sharpless and Maria Zifchak as Suzuki, both contributed to the success of the evening. The Met Orchestra led by Karel Mark Chichon, except for occasional mishaps, brought out hidden gems in the score, especially in the strings and the harp. It was an evening of a happy marriage of theater and music.

Source: Ako Imamura, 18/03/2016 (bachtrack.com)
















The title character of "Madama Butterfly" – a young Japanese geisha who clings to the belief that her arrangement with a visiting American naval officer is a loving and permanent marriage – is one of the defining roles in opera. The story triggers ideas about cultural and sexual imperialism for people far removed from the opera house, and film, Broadway, and popular culture in general have riffed endlessly on it. The lyric beauty of Puccini's score, especially the music for the thoroughly believable lead role, has made Butterfly timeless.

World premiere: Teatro alla Scala, Milan, 1904.
Met premiere: February 11, 1907.


Act I

Japan, early 20th century. Lieutenant B.F. Pinkerton of the U.S. Navy inspects a house overlooking Nagasaki harbor that he is leasing from Goro, a marriage broker, who has also arranged his union with a young geisha named Cio-Cio-San, known as Madame Butterfly. The American consul Sharpless arrives for the wedding ceremony and Pinkerton describes to him his philosophy of the fearless Yankee roaming the world in search of experience and pleasure. He is not sure whether his feelings for the young girl are love or a whim, but he intends to go through with the wedding. Sharpless warns him that the girl may view the marriage more seriously, but Pinkerton brushes off his concerns and declares that someday he will take a real, American wife. Butterfly is heard climbing the hill with her friends. In casual conversation after the formal introduction, Butterfly admits her age, 15, and explains that her family was once prominent but lost its position, and she has had to earn her living as a geisha. Her relatives arrive and chatter about the marriage. Cio-Cio-San shows Pinkerton her few possessions and quietly tells him she has been to the Christian mission to convert to her husband's religion. The Imperial Commissioner reads the marriage agreement, and the relatives congratulate the couple. Suddenly, a threatening voice is heard from afar – it is the Bonze, Butterfly's uncle, a priest. He curses the girl for rejecting her ancestral religion. Pinkerton orders everyone to leave, and as they go the Bonze and the shocked relatives denounce Cio-Cio-San. Pinkerton tries to console Butterfly with sweet words. She is helped by Suzuki into her wedding kimono, and joins Pinkerton in the garden, where they make love.


Act II

Three years have passed, and Cio-Cio-San awaits her husband's return. Suzuki prays for help, but Butterfly berates her for believing in Japanese gods rather than in Pinkerton's promise to return one day. Sharpless appears with a letter from Pinkerton, but before he can read it to Butterfly, Goro arrives with the latest potential husband for Butterfly, the wealthy Prince Yamadori. Butterfly politely serves the guests tea but insists she is not available for marriage – her American husband has not deserted her. She dismisses Goro and Yamadori. Sharpless attempts to read Pinkerton's letter but is repeatedly interrupted by Butterfly in her excitement to hear from her husband. Finally giving up, he asks her what she would do if Pinkerton never returned. The shocked Butterfly replies she would either become a geisha again, or better die. Sharpless, resigned, suggests that perhaps she should reconsider Yamadori's offer. Butterfly is outraged and runs out, returning with her small son. Sharpless, too upset to tell her more of the letter's contents, leaves, promising to tell Pinkerton of the child. A cannon shot is heard in the harbor announcing the arrival of a ship. Butterfly and Suzuki take a telescope to the terrace and read the name of Pinkerton's ship. Overjoyed, Butterfly joins Suzuki in strewing the house with flowers. As night falls, Butterfly, Suzuki, and the child settle into a vigil watching over the harbor.

Dawn breaks, and Suzuki insists that Butterfly get some sleep. Butterfly carries the child into another room. Sharpless appears with Pinkerton and Kate, Pinkerton's new wife. Suzuki realizes who the American woman is and agrees to help break the news to Butterfly. Pinkerton is overcome with guilt as he remembers his days in the house and runs from the scene. Cio-Cio-San rushes in hoping to find Pinkerton, but sees Kate instead. After a moment, she grasps the situation. Now left without hope, she agrees to give up the child but insists Pinkerton return for him. She dismisses everyone and takes out the dagger with which her father committed suicide, choosing to die with honor rather than live in shame. She is interrupted momentarily when her son comes running in. After saying an emotional goodbye she blindfolds the child. Then she stabs herself as Pinkerton is heard from outside calling her name.

Source: metopera.org






































More photos


See also


Wolfgang Amadeus Mozart: Don Giovanni – Waltteri Torikka, Tapani Plathan, Timo Riihonen, Ida Falk Winland, Joska Lehtinen, Anna Danik, Nicholas Söderlund, Malin Christensson – Tapiola Sinfonietta, New Generation Opera Ensemble, Ville Matvejeff, Erik Söderblom (HD 1080p)

Richard Strauss: Die Frau ohne Schatten – Avgust Amonov, Mlada Khudoley, Olga Savova, Edem Umerov, Olga Sergeyeva – Mariinsky Theatre Orchestra & Chorus, Valery Gergiev – Jonathan Kent, Paul Brown (HD 1080p)

Giacomo Puccini: Tosca – Maria Callas, Carlo Bergonzi, Tito Gobbi – L'Orchestre la Société des Concerts du Conservatoire, Georges Prêtre (1965, Digital Remastering 2014, Audio video)

Giuseppe Verdi: La Traviata – Marlis Petersen, Giuseppe Varano, James Rutherford – Tecwyn Evans, Peter Konwitschny (Oper Graz 2011, HD 1080p)

Alban Berg: Lulu – Marlis Petersen, Kirill Petrenko, Dmitri Tcherniakov – Bavarian State Opera 2015 (Download the opera)


Georges Bizet: Carmen – Elena Maximova, Giancarlo Monsalve, Michael Bachtadze, Johanna Parisi – Myron Michailidis, Enrico Castiglione (Taormina Festival 2015, HD 1080p)

Giacomo Puccini: Turandot – Mlada Khudoley, Riccardo Massi, Guanqun Yu, Michael Ryssov – Wiener Symphoniker, Paolo Carignani – Marco Arturo Marelli (Bregenz Festival 2015 – Download the opera)


Engelbert Humperdinck: Hänsel und Gretel – Brigitte Fassbaender, Edita Gruberova, Helga Dernesch, Hermann Prey, Sena Jurinac – Wiener Philharmoniker, Georg Solti (HD 1080p)


Christoph Willibald Gluck: Orfeo ed Euridice – A film by Ondřej Havelka – Bejun Mehta, Eva Liebau, Regula Mühlemann – Václav Luks


Giuseppe Verdi: La Traviata – Anna Netrebko, Rolando Villazón, Thomas Hampson – Carlo Rizzi, Willy Decker (Salzburg Festival 2005)


Antonio Vivaldi: Ercole su'l Termodonte – Zachary Stains, Mary-Ellen Nesi, Alan Curtis, John Pascoe (Spoleto Festival 2006)

Pyotr Ilyich Tchaikovsky: Iolanta – Anna Netrebko, Sergei Skorokhodov, Valery Gergiev, Mariinsky Theater 28/9/2009

Giacomo Puccini: Tosca, Act II – Maria Callas, Renato Cioni, Tito Gobbi, Georges Prêtre, Franco Zeffirelli


Dmitri Shostakovich: Katerina Izmailova (Lady Macbeth of Mtsensk), 1966 – A film by Mikhail Shapiro – Galina Vishnevskaya, Konstantin Simeonov


Monday, April 18, 2016

Gabriel Fauré: Requiem in D minor | Cantique de Jean Racine | Messe Basse – Choir of King's College, Stephen Cleobury (Audio video)

Με το έργο του, ο Γάλλος συνθέτης της ύστερης Ρομαντικής περιόδου, Γκαμπριέλ Φωρέ, ο οποίος υπήρξε επίσης οργανίστας, πιανίστας και δάσκαλος μουσικής, επηρέασε σημαντικά πολλούς συνθέτες του 20ού αιώνα.

Στο «Ρέκβιεμ», ένα από τα σπουδαιότερα έργα του, ο Φωρέ οραματίζεται ήδη την αντίπερα όχθη του Αχέροντα και μια μεταθανάτια ζωή σαν μια χαρούμενη απελευθέρωση, μια πορεία προς την ευτυχία, αντί μιαν εμπειρία υπέρτατης θλίψης. Προσπερνά την τόσο οικεία στην καθολική εκκλησιαστική μουσική έκφραση του φόβου μπροστά στην Ημέρα της Κρίσης, αναζητώντας την ηρεμία της αιώνιας ανάπαυσης. Η μουσική διαγράφει μια συνεχή ανάταση μέχρι την τελική, φωτεινή ευδαιμονία του In Paradisum.

Ο Φωρέ συνέθεσε το «Ρέκβιεμ» στα τέλη της δεκαετίας του 1880, το αναθεωρήθηκε το 1890 και το ολοκλήρωσε το 1900. Στην πρώτη του μορφή, το έργο παρουσιάστηκε στην εκκλησία Madeleine στο Παρίσι, το 1888. Το έργο αποτελείται από επτά μέρη και απαιτεί δύο σολίστες (σοπράνο και βαρύτονο), μεικτή χορωδία, ορχήστρα και εκκλησιαστικό όργανο.

Το «Ρέκβιεμ» σε Ρε ελάσσονα, έργο 48, του Γκαμπριέλ Φωρέ, ερμηνεύουν, υπό τη διεύθυνση του Stephen Cleobury, η Orchestra for the Age of Enlightenment και η Χορωδία του King's College του Κέιμπριτζ. Συμπράττουν οι σολίστες Gerald Finley (βαρύτονος), Tom Rickard (αγόρι σοπράνο), Ken Aiso (βιολί) και Douglas Tang (εκκλησιαστικό όργανο).

Στην παρούσα ηχογράφηση, η οποία έγινε στο Παρεκκλήσιο του Κολεγίου King's, από τις 9 έως τις 14 Ιανουαρίου 2014, παρουσιάζονται δύο ακόμη πολύ γνωστά έργα του Γκαμπριέλ Φωρέ. Η σύνθεση για μεικτή χορωδία και πιάνο ή όργανο, "Cantique de Jean Racine", έργο 11, άρχισε να γράφεται το 1864 για έναν διαγωνισμό σύνθεσης της École Niedermeyer de Paris, όπου κέρδισε τελικά το πρώτο βραβείο, όταν ο Φωρέ ήταν μόλις δεκαεννέα χρόνων, και ολοκληρώθηκε το επόμενο έτος. Το έργο παρουσιάστηκε για πρώτη φορά το 1866. Η σύνθεση "Messe Basse" άρχισε να γράφεται το καλοκαίρι του 1881 και παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στις 4 Σεπτεμβρίου του ίδιου έτους.

Το "Cantique de Jean Racine", έργο 11, του Γκαμπριέλ Φωρέ, ερμηνεύουν, και πάλι υπό τη διεύθυνση του Stephen Cleobury, η Χορωδία του King's College του Κέιμπριτζ και ο Tom Etheridge (εκκλησιαστικό όργανο). Το έργο "Messe Basse", πάντα υπό τη διεύθυνση του Stephen Cleobury, ερμηνεύουν η Χορωδία του King's College του Κέιμπριτζ και οι σολίστες Joshua Curtis (αγόρι σοπράνο), Adam Banwell (αγόρι σοπράνο) και Tom Etheridge (εκκλησιαστικό όργανο).



It's common to find the Requiem in D minor, the Cantique de Jean Racine, and the Messe basse of Gabriel Fauré programmed together, and at first glance, this 2014 SACD release from Stephen Cleobury and the Choir of King's College, Cambridge, resembles many other recordings of these beloved works. What distinguishes this performance of the Requiem, though, is the period treatment it receives in Marc Rigaudière's fresh reconstruction of the 1889 liturgical premiere. The choir of men and boys is accompanied by the Orchestra of the Age of Enlightenment, which employs a small string section, augmented by harp and brass, and the organist uses stops comparable to the registration of the organ in L'église de la Madeleine in Paris, where the work was first given. Somewhat surprising is the truncated offertory, the Hostias for baritone solo, which is the earliest version; for the sake of completeness, the full Offertoire in John Rutter's edition is provided separately (track 9). This isn't the first time Fauré's original version has been recorded, but this performance is remarkable for the pains Cleobury and his musicians have taken to render the work as close as possible to its first state. Similarly, the Cantique de Jean Racine is performed as originally written for choir and organ. This is a wonderful recording that will please listeners who are interested in historically informed performances, though many who love the better known 1901 orchestral version of the Requiem may be disappointed by the leaner feeling of this performance.

Source: Blair Sanderson (allmusic.com)

[The video was removed for "copyright reasons"  – Το βίντεο αφαιρέθηκε για λόγους «πνευματικών δικαιωμάτων»]

Gabriel Fauré (1845-1924)

1. Requiem in D minor, Op.48 (1887-1900)

a.  Requiem in D minor, Op.48 (ed. Marc Rigaudière)

i. Introit – Kyrie
ii. Offertoire
iii. Sanctus
iv. Pie Jesu
v. Agnus Dei
vi. Libera me
vii. In paradisum

Gerald Finley, baritone
Tom Rickard, boy soprano
Ken Aiso, violin
Douglas Tang, organ
Orchestra for the Age of Enlightenment
Choir of King's College, Cambridge


b.  Requiem in D minor, Op.48 (ed. John Ruttler)

ii. Offertoire

Gerald Finley, baritone
Douglas Tang, organ
Orchestra for the Age of Enlightenment
Choir of King's College, Cambridge


2. Cantique de Jean Racine, Op.11 (1865)

Tom Etheridge, organ
Choir of King's College, Cambridge


3. Messe Basse (1881)

i. Kyrie (*)
ii. Sanctus
iii. Benedictus (**)
iv. Agnus Dei

Joshua Curtis, boy soprano (*)
Adam Banwell, boy soprano (**)
Tom Etheridge, organ
Choir of King's College, Cambridge

Stephen Cleobury, conductor

Recorded in the Chapel of King's College, Cambridge, 9-14 January 2014

The Choir of King's College, Cambridge, 2014

(HD 1080p – Audio video)

The Choir of Kings College, Cambridge & Stephen Cleobury













Δείτε επίσης – Watch also

Carols from King's: A Celebration of Christmas – Choir of King's College, Stephen Cloebury (2011, HD 1080p)