DSOLive

DSOLive
Friday, March 24, 2017, 08:00 PM EST (GMT-5) / Saturday, March 25, 2017, 02:00 AM EET (UTC+2) – Live on Livestream

Saturday, April 02, 2016

Anton Bruckner: Symphony No.4 in E flat major "Romantic" – Gothenburg Symphony Orchestra, David Afkham

Ο Άντον Μπρούκνερ κατέβαλλε πολύχρονες και κοπιώδεις προσπάθειες κατά τη δημιουργία των Συμφωνιών του, αναθεωρώντας τες πολλές φορές. Κατά τη γνώμη κάποιων κριτικών, ο Μπρούκνερ έχει συνθέσει την ίδια συμφωνία εννιά φορές (ή δέκα φορές, αν συμπεριλάβουμε την παράδοξα επονομαζόμενη Συμφωνία αρ. 0). Αυτή η κρίση είναι άδικη. Παρ' όλα αυτά, εμφανίζεται να καταπιάνεται με τα ίδια προβλήματα, της ιδιαίτερα εκτεταμένης μορφής και του ύφους, σχεδόν μέχρι την ημέρα του θανάτου του (αφήνοντας την τελευταία Συμφωνία του ανολοκλήρωτη).

Συνέθεσε την αρχική εκδοχή της Συμφωνίας αρ. 4 γρήγορα, το 1874. Στη συνέχεια, όμως, αναθεώρησε μεγάλα τμήματά της. Η πρεμιέρα της Συμφωνίας δόθηκε στη Βιένη στις 20 Φεβρουαρίου 1881, υπό τη διεύθυνση του διάσημου Χανς Ρίχτερ, που πέντε χρόνια νωρίτερα είχε διευθύνει την πρεμιέρα του κολοσσιαίου οπερατικού κύκλου του Βάγκνερ «Το Δαχτυλίδι των Νιμπελούγκεν». Στον Μπρούκνερ δόθηκε μια ευκαιρία σπάνιας επιτυχίας. Οι περισσότερες Συμφωνίες του, έφερναν σε αμηχανία κριτικούς και ακροατήριο με το μέγεθός τους και με το καινοτόμο και μερικές φορές περίπλοκο ύφος τους. Η πιο συμπαγής, γαλήνια και μελωδική «Ρομαντική» άρεσε εξαρχής και παραμένει το πιο δημοφιλές έργο του συνθέτη.

Είναι πολύ γνωστό το περιστατικό, όπου κατά τις πρόβες που προηγήθηκαν της πρεμιέρας ο Μπρούκνερ πλησίασε τον Ρίχτερ και γεμάτος ευγνωμοσύνη έσπρωξε ένα νόμισμα στο χέρι του λέγοντάς του: «Πάρε αυτό και πιες ένα ποτήρι μπίρα στην υγειά μου». Ο Ρίχτερ πέρασε το νόμισμα στην καδένα του ρολογιού του ως αναμνηστικό της συγκινητικά απλοϊκής χειρονομίας του συνθέτη.

Η «Ρομαντική» Συμφωνία του Μπρούκνερ οφείλει το όνομά της στη δημιουργία ζωηρών μουσικών εικόνων, που έχουν τις ρίζες τους στην αγάπη του για την αυστριακή φύση. Καθώς οι λυρικές μελωδίες και οι δραματικές κορυφώσεις ξεδιπλώνονται, δημιουργείται ένα έξοχο περιβάλλον για αυτό το ιδιαίτερα υποβλητικό όργανο, το κόρνο.

Η Τέταρτη Συμφωνία του Μπρούκνερ είναι η μόνη που διαθέτει τίτλο: «Η Ρομαντική». Ο εξέχων ρόλος δίνεται εξ ολοκλήρου στα κόρνα, που μεταδίδουν τη ρομαντική ατμόσφαιρα του κυνηγιού και των σκηνών του δάσους. Φαίνεται, όμως, ότι ο Μπρούκνερ εμπνεύστηκε και από την όπερα του Βάγκνερ «Λόενγκριν», με τις μεσαιωνικές εικόνες χωρικών, μαγείας και ειδυλλίων.

Μεγάλο μέρος της ενορχήστρωσης θυμίζει τον ήχο του Βάγκνερ, αν και οι ίδιες οι μουσικές ιδέες και η συμφωνική τους εκτέλεση δεν θα μπορούσαν ποτέ να αποδοθούν σε άλλο συνθέτη εκτός από τον Μπρούκνερ. Η Συμφωνία είναι γραμμένη για μεγάλη ορχήστρα με αρκετά χάλκινα – τέσσερα κόρνα, τρεις τρομπέτες, τρία τρομπόνια και μία τούμπα. (*)

Τη Συμφωνία αρ. 4 σε Μι ύφεση μείζονα, του Άντον Μπρούκνερ, ερμηνεύει η Συμφωνική Ορχήστρα του Γκέτεμποργκ υπό τη διεύθυνση του ανερχόμενου αστέρα του πόντιουμ, Γερμανού αρχιμουσικού Ντάβιντ Άφκχαμ. Η συναυλία δόθηκε στο Μέγαρο Μουσικής του Γκέτεμποργκ στις 19 Δεκεμβρίου 2015.










Symphony No.4 in E flat major, byname Romantic Symphony, by Austrian composer Anton Bruckner, premiered in Vienna on February 20, 1881. The byname, approved by the composer himself, refers to the work's ambitious scope – it is over an hour in length – and to its grand emotional gestures. It was the first of Bruckner's symphonies to achieve significant public success, and it remains among his most frequently performed works.

Bruckner completed the original version of what was to become his fourth symphony in 1874 but almost immediately began revisions, as the disappointing reception of his Symphony No.2 in 1873 had led him to consider new structural approaches. The disastrous premiere of his Symphony No.3 in 1877 led to further revisions. Not until 1881 did Bruckner declare himself to be pleased with the work and allow its premiere. Further revisions accompanied new editions in 1886 and 1888.

The first movement features forthright, dramatic brass themes amid folk-like string melodies. Bruckner's tempo instructions call for steady motion but without excessive urgency. Later versions of the first movement open with a distant, mysterious horn solo, from which the music gradually broadens into rich and lyrical melodies for the full orchestra.

The second movement is elegiac in mood, with mournful strings and woodwinds. Two contrasting melodic ideas are set against one another. Both are languid in tempo, though bolder moods arise from time to time. The third movement is the shortest, at less than a quarter hour in length. Because of its energetic and hearty mood and the lively passages for horns, the movement is sometimes described as hunting music. For the finale, Bruckner begins with dramatic brass fanfares that recall those of the first movement. The music builds quickly into bold, expansive phrases.

Source: Betsy Schwarm (britannica.com)



Anton Bruckner (1824-1896)

♪ Symphony No.4 in E flat major "Romantic", WAB 104 (1874-1888)

i. Bewegt, nicht zu schnell
ii. Andante quasi Allegretto
iii. Scherzo. Bewegt. Trio. Nicht zu schnell. Keinesfalls schleppend
iv. Finale. Bewegt, doch nicht zu schnell

Gothenburg Symphony Orchestra
Conductor: David Afkham

Gothenburg Concert Hall, December 19, 2015 (19 Δεκεμβρίου 2015)

(HD 720p)

(* Συνέχεια) Το πρώτο μέρος – Allegro molto moderato – βασίζεται σε μια κλασική μορφή σονάτας (έκθεση, ανάπτυξη, ανακεφαλαίωση), αλλά ο Μπρούκνερ του αποδίδει τον δικό λεπτομερή χαρακτήρα. Η εισαγωγή είναι εμφανώς εμπνευσμένη από θέματα του «Λόενγκριν», όπως εικόνες μιας μεσαιωνικής πόλης τη χαραυγή, ένα κάλεσμα από τα τείχη της πόλης και μια συνοδεία ιπποτών που ξεκινούν το ταξίδι τους έφιπποι με το φως της ημέρας.

Από μουσική άποψη, τα τρία ή τέσσερα πρώτα λεπτά (περίπου τα πρώτα 80 μέτρα) παρουσιάζουν σχεδόν όλες τις μουσικές ιδέες στις οποίες βασίζεται η ευρεία ανάπτυξη του υπόλοιπου μέρους. Το μέρος αρχίζει πολύ ήρεμα με τρέμολο εγχόρδων, ενώ ένα σόλο κόρνο ερμηνεύει το κάλεσμα – κεντρικό θέμα ολόκληρης της Συμφωνίας. Ξύλινα πνευστά και κόρνο επαναλαμβάνουν αυτή την εξαίσια κυνηγετική φράση. Ανιούσες και κατιούσες αλληλουχίες από νότες στα έγχορδα και στα ξύλινα πνευστά οδηγούν τη μελωδία στην πρώτη υπέροχη και πλήρη ορχηστρική κορύφωση.

Καθώς το μέρος αναπτύσσεται, ένα πολύ σιγανό ρολάρισμα στο τύμπανο και οι κατιούσες φράσεις εγχόρδων οδηγούν τη μελωδία από το εισαγωγικό τμήμα (έκθεση) στο μεσαίο τμήμα (ανάπτυξη). Μια άλλη μεγάλη κορύφωση, όπου όλο το τμήμα των χάλκινων σαλπίζει το κάλεσμα του κόρνου, οδηγεί, μέσα από ένα τμήμα για έγχορδα, στην ανακεφαλαίωση, ή τη γενική επανεπεξεργασία της έκθεσης. Εδώ, το ίδιο το κάλεσμα του κόρνου συνοδεύεται από μια ρέουσα μελωδία στο φλάουτο και τα βιολιά. Το μέρος ολοκληρώνεται με μια τελική απόδοση του κυρίαρχου καλέσματος, αυτή τη φορά από όλα τα κόρνα.

Το δεύτερο μέρος – Andante – αναπλάθει την πορεία των προσκυνητών: σκηνές που ενέπνευσαν στο παρελθόν τον Βάγκνερ στην όπερα Τανχόιζερ και τον Μπερλιόζ στο δεύτερο μέρος της Συμφωνίας «Ο Χάρολντ στην Ιταλία». Όπως και στο πρώτο μέρος, τα κύρια θέματα παρουσιάζονται αρκετά γρήγορα – τα τσέλα ερμηνεύουν μιαν επιβλητική μελωδία και, λίγο αργότερα, μια δεύτερη εκτεταμένη μελωδία ερμηνεύεται αυτή τη φορά από τις βιόλες που συνοδεύονται από το πιτσικάτο των υπόλοιπων εγχόρδων. Ο αβίαστος, σταθερός ρυθμός του μέρους συνεχίζεται, με μερικούς γοητευτικούς μετατονισμούς (αλλαγές αρμονίας). Η μελωδία φτάνει σε μια μεγάλη κορύφωση, εξασθενίζει γρήγορα και καταλήγει στον ίδιο σταθερό ρυθμό, που ακούγεται για τελευταία φορά από τα τύμπανα.

Το Scherzo είναι μια θαυμάσια επίκληση των συγκινήσεων του κυνηγιού. Τα κόρνα αναγγέλλουν μια καλπάζουσα φανφάρα, που υιοθετείται από τις τρομπέτες, τα τρομπόνια και τα ξύλινα πνευστά στο υπόλοιπο μέρος αυτού του εύθυμου μέρους. Ακολουθεί ένα πιο ήσυχο τμήμα, που ερμηνεύεται κυρίως από τα έγχορδα.

Το Trio – βασισμένο στην παλαιότερη κλασική παράδοση του μενουέτου ή του σκέρτσο με κεντρικό τριαδικό τμήμα – είναι ακόμη πιο ήρεμο. Ακολουθεί το ήπιο ύφος ενός Λέντερ, ενός παλιού αυστριακού χορού χωρικών με τρία χτυπήματα ανά μέτρο, που μας θυμίζει την επαρχιακή καταγωγή του Μπρούκνερ, καθώς και την αγάπη του για την απλή ζωή της υπαίθρου. Η μελωδία εδώ ερμηνεύεται αρχικά από κλαρινέτο και φλάουτο. Το Scherzo επιστρέφει μετά το Trio, κατευθυνόμενο προς ένα συναρπαστικό τέλος.

Ακολουθεί ένα απαλό τμήμα εγχόρδων, που μ' ένα μακρύ κάλεσμα των κόρνων και των κλαρινέτων εισάγει το Finale. Αν όμως η νέα ανάπτυξη συγκριθεί με αυτή του πρώτου μέρους, είναι περισσότερο θυελλώδης και δραματική και αναγγέλλεται σθεναρά από ένα «ουνίσονο» (κάθε όργανο ερμηνεύει τις ίδιες νότες) – τυπικό χαρακτηριστικό του ύφους του Μπρούκνερ. Το κάλεσμα του κόρνου από το πρώτο μέρος επιστρέφει μαζί με το σύνολο των χάλκινων, προσδίδοντας κατ' αυτόν τον τρόπο μιαν αίσθηση ενότητας σε ολόκληρη τη Συμφωνία και εξελίσσοντάς τη με αμείωτη ένταση.

Το γαλήνεμα της διάθεσης παρουσιάζει ένα νέο, πιο λυρικό θέμα, που ερμηνεύεται αρχικά από τα ξύλινα πνευστά και λίγο αργότερα από τα βιολιά. Ο Μπρούκνερ συνεχίζει να εναλλάσσει τα λυρικά με δραματικά στοιχεία, και σ' ένα σημείο του κεντρικού τμήματος ανάπτυξης μετατρέπει τη λυρική μελωδία σε μια ισχυρή, σχεδόν χορωδιακή ερμηνεία των χάλκινων.

Μια κόντα (καταληκτικό τμήμα) αρχίζει, με την ιδιαίτερα τρυφερή ερμηνεία των εγχόρδων, ενώ παρατεταμένες νότες στα χάλκινα και στα ξύλινα πνευστά κορυφώνουν τη μελωδία έως το τελευταίο κάλεσμα του κόρνου και έως ένα εξαίσιο και μνημειώδες τέλος.

Πηγή: Bruckner – Great Symphonies (© 1993 Orbis Publishing, London). Μετάφραση: Δήμητρα Βενέτη






















































































More photos / Περισσότερες φωτογραφίες


See also / Δείτε επίσης

Gothenburg Symphony Orchestra – All the posts

No comments:

Post a Comment