Sergei Redkin

Sergei Redkin
Sergei Redkin (b. 1991), pianist – Third Prize (XV International Tchaikovsky Competition, 2015)

Friday, April 29, 2016

Richard Wagner: Parsifal, Act III, Prelude and Good Friday Music – Gothenburg Symphony Orchestra, David Afkham

Υπό τη διεύθυνση του ανερχόμενου αστέρα του πόντιουμ, Γερμανού αρχιμουσικού Ντάβιντ Άφκχαμ, η Συμφωνική Ορχήστρα του Γκέτεμποργκ ερμηνεύει δύο ορχηστρικά αποσπάσματα από την 3η Πράξη της τελευταίας όπερας του Ρίχαρντ Βάγκνερ, «Πάρσιφαλ»: το «Πρελούδιο» και τη «Μουσική της Μεγάλης Παρασκευής». Η συναυλία δόθηκε στο Μέγαρο Μουσικής του Γκέτεμποργκ στις 17 Δεκεμβρίου 2014.

Στην αυτοβιογραφία «Η Ζωή Μου» (Mein Leben), ο Βάγκνερ αναφέρει ότι εμπνεύστηκε τον «Πάρσιφαλ» το πρωί της Μεγάλης Παρασκευής, τον Απρίλιο του 1857, στο «Άσυλο», το μικρό εξοχικό σπίτι στο κτήμα του Όττο φον Βέζεντονκ στη Ζυρίχη, το οποίο ο Βέζεντονκ – ένας πλούσιος έμπορος μεταξιού και γενναιόδωρος προστάτης των τεχνών – είχε θέσει στη διάθεση του Βάγκνερ. Ο συνθέτης και η σύζυγός του, Μίνα, είχαν μετακομίσει στο εξοχικό σπίτι στις 28 Απριλίου.

«Τη Μεγάλη Παρασκευή ξύπνησα και βρήκα τον ήλιο να λάμπει έντονα για πρώτη φορά σ' αυτό το σπίτι: ο μικρός κήπος ήταν φωτεινός με το πράσινό του, τα πουλιά τραγουδούσαν, και επιτέλους μπορούσα να καθίσω στην οροφή και να απολαύσω την πολυπόθητη ειρήνη με το μήνυμα της υπόσχεσης. Γεμάτος από αυτό το συναίσθημα, ξαφνικά θυμήθηκα ότι η μέρα ήταν Μεγάλη Παρασκευή και επανέφερα στον νου μου τη σημαντικότητα που υποτίθεται ότι είχε αυτός ο οιωνός όταν διάβαζα το "Parzival" του Βόλφραμ φον Έσενμπαχ. Από την παραμονή μου στο Μαρίενμπαντ [το καλοκαίρι του 1845], όπου εμπνεύστηκα τους Αρχιτραγουδιστές και τον Λόενγκριν, δεν ασχολήθηκα ποτέ ξανά μ' εκείνο το ποίημα. Τώρα οι ευγενείς του δυνατότητες με χτύπησαν με συντριπτική δύναμη, και από τις σκέψεις μου για τη Μεγάλη Παρασκευή συνέλαβα γρήγορα ένα ολόκληρο δράμα, από το οποίο με γρήγορες πινελιές έκανα ένα σκετς, διαιρώντας το σε τρεις Πράξεις».

Ωστόσο, όπως παραδέχθηκε ο ίδιος ο συνθέτης στη δεύτερη σύζυγό του, την Κόζιμα Βάγκνερ, η ανωτέρω περιγραφή είχε αρκετή δόση ποιητικής αδείας, αφού ομολόγησε ότι η μέρα δεν ήταν Μεγάλη Παρασκευή και ότι απλά η ευχάριστη ατμόσφαιρα της φύσης τον έκανε να σκεφτεί ότι «έτσι έπρεπε να είναι η Μεγάλη Παρασκευή».

Το έργο μπορεί πράγματι να το είχε συλλάβει ο Βάγκνερ στο εξοχικό σπίτι του Βέζεντονκ την τελευταία εβδομάδα του Απριλίου του 1857, αλλά η Μεγάλη Παρασκευή εκείνο το έτος έπεσε στις 10 Απριλίου, όταν η οικογένεια Βάγκνερ έμενε ακόμη στην οδό Zeltweg 13 στη Ζυρίχη. Αν αυτό το σκετς, που αναφέρει ο Βάγκνερ στην αυτοβιογραφία του, ήταν χρονολογημένο (τα περισσότερα από τα σωζόμενα έγγραφα του Βάγκνερ είναι χρονολογημένα), θα μπορούσε να διευθετήσει το ζήτημα μια για πάντα, αλλά δυστυχώς δεν έχει σωθεί.

Ο Βάγκνερ δεν ασχολήθηκε με τον «Πάρσιφαλ» για τα επόμενα οκτώ χρόνια, διάστημα κατά το οποίο ολοκλήρωσε το «Τριστάνος και Ιζόλδη» και άρχισε τους «Αρχιτραγουδιστές της Νυρεμβέργης». Στη συνέχεια, μεταξύ 27 και 30 Αυγούστου 1865, έπιασε και πάλι τον «Πάρσιφαλ» και έκανε ένα σχέδιο πρόζας, που περιείχε μια αρκετά σύντομη περιγραφή της πλοκής και έναν σημαντικό αριθμό λεπτομερών παρατηρήσεων σχετικά με τους χαρακτήρες και τα θέματα του δράματος. Όμως για άλλη μια φορά εγκατέλειψε το έργο και το άφησε στην άκρη για άλλα εντεκάμιση χρόνια. Στο διάστημα αυτό, το μεγαλύτερο μέρος της δημιουργικής ενέργειας του Βάγκνερ αφιερώθηκε στο «Δαχτυλίδι των Νιμπελούνγκεν», το οποίο τελικά ολοκληρώθηκε το 1874 και έκανε πρεμιέρα στο Μπαϊρόιτ τον Αύγουστο του 1876. Μόνο όταν ολοκληρώθηκε το τιτάνιο αυτό έργο, ο Βάγκνερ βρήκε το χρόνο να επικεντρωθεί στον «Πάρσιφαλ». Στις 23 Φεβρουαρίου 1877 είχε ολοκληρώσει ένα δεύτερο και πιο εκτεταμένο σχέδιο του έργου και μέχρι τις 19 Απριλίου του ίδιου έτους το είχε μετατρέψει σε λιμπρέτο (ή «ποίημα», όπως προτιμούσε να αποκαλεί ο Βάγκνερ το λιμπρέτο του).

Τον Σεπτέμβριο του 1877 ξεκίνησε να γράφει τη μουσική, κάνοντας δύο ολοκληρωμένα σχέδια από την αρχή μέχρι το τέλος. Το πρώτο από αυτά γράφτηκε με μολύβι σε τρία μουσικά πεντάγραμμα, ένα για τις φωνές και δύο για τα όργανα. Το δεύτερο ολοκληρωμένο σχέδιο, το ορχηστρικό, γράφτηκε με μελάνι σε τρία τουλάχιστον, μερικές φορές και σε πέντε, πεντάγραμμα και ήταν πολύ πιο λεπτομερές.

Το δεύτερο σχέδιο ξεκίνησε στις 25 Σεπτεμβρίου 1877, λίγες μόλις ημέρες μετά το πρώτο. Σ' αυτό το σημείο της καριέρας του ο Βάγκνερ προτιμούσε να δουλεύει και τα δύο σχέδια ταυτόχρονα, έτσι ώστε να μην επιτρέψει να παρέλθει πολύς χρόνος μεταξύ του αρχικού καθορισμού του κειμένου και της τελικής επεξεργασίας της μουσικής. Το πρώτο σχέδιο της τρίτης Πράξης ολοκληρώθηκε στις 16 Απριλίου 1879 και το δεύτερο σχέδιο στις 26 του ίδιου μήνα.

Το πλήρες αποτέλεσμα, δηλαδή η ολοκληρωμένη πλέον μουσική, ήταν το τελικό στάδιο της διαδικασίας της σύνθεσης. Γράφτηκε με μελάνι και αποτελείτο από ένα αντίγραφο ολόκληρης της όπερας, με όλες τις φωνές και με σημειωμένα τα όργανα σύμφωνα με την καθιερωμένη πρακτική. Ο Βάγκνερ συνέθετε μία Πράξη τη φορά, ολοκληρώνοντας το πρώτο και το δεύτερο σχέδιο κάθε Πράξης πριν ξεκινήσει την επόμενη Πράξη. Αλλά επειδή το δεύτερο σχέδιο είχε ήδη ενσωματωμένες όλες τις λεπτομέρειες της σύνθεσης, στην πραγματικότητα η σύνταξη του τελικού αποτελέσματος ήταν για τον Βάγκνερ μία δουλειά ρουτίνας, που μπορούσε να την κάνει όποτε θα είχε το χρόνο. Έτσι ενώ το Πρελούδιο της Πρώτης Πράξης ολοκληρώθηκε τον Αύγουστο του 1878, η υπόλοιπη όπερα ολοκληρώθηκε μεταξύ του Αυγούστου του 1879 και της 13ης Ιανουαρίου του 1882.

Πηγή: el.wikipedia.org














David Afkham conducts Gothenburg Symphony Orchestra in two orchestral excerpts from the 3rd Act of the last opera of Richard Wagner, "Parsifal": the "Prelude" and "Good Friday Music". Concert Master is Vlad Stanculeasa. Recorded 17 December 2014.

Parsifal, Wagner's last opera, was premiered in 1882. Breaking from operatic norm, Wagner had for years been calling his openings "preludes" rather than overtures. Composed largely from the opera's thematic motifs, Parsifal's prelude prepares listeners for the grandiose scope of the story about to unfold. Slowly and meditatively, it introduces the tale, its motifs building majestically and then melting into more intimate expression. With Wagner's incomparable gifts at orchestrating and molding themes and harmonies, one is left somewhere between pious reflection and deep awe.

This reverent reflection is precisely the frame of mind that Wagner intended for his listeners. Parsifal was to be the realization of his effort to combine literature, music, graphic art, and religion into the "true art". Wagner spent nearly a quarter of his life planning, financing, and building the Festspielhaus, an opera house in Bayreuth, Germany, dedicated solely to the production of his operas. The Festspielhaus was to be a Shrine to Art and Purity. Those who made the pilgrimage to this sacred place were to be purified by the sacrament of Wagner's creations. When the Festspielhaus was nearly completed, he began writing a newspaper, the Bayreuther Blätter, devoted to expounding on his music and his social theories of cultural purification. Obsessed by a Christ complex, he chose the Parsifal myth to consecrate his holy shrine with his "true art", insisting that it could be produced only in Bayreuth for the term of its copyright. Wagner did not even call Parsifal an opera, but rather a Buhnenweihfestspiel – roughly translating to "stage-consecrating festival play".

The story of Parsifal, mythologized by Medieval writers (in particular the German Eschenbach), and rewritten by Wagner, revolves around the spear that stabbed Christ's side on the cross, and the goblet (Grail) that Christ drank from at the Last Supper. Wagner's complex libretto tells the story of a brotherhood of honorable men, the Knights of the Grail, formed to guard those two sacred relics and to fight evil. When the Knights reject Klingsor's application for the Knighthood, he turns to black magic and devotes himself to corrupting them. The Keeper of the Grail, Amfortas (son of the aging Grail King, Titurel), attacks Klingsor's castle but is stabbed in the side by the spear that he was meant to protect. His near-mortal wound worsens each time he performs the ritual of unlocking the Grail's chamber that sustains the Knights' mortal lives. The destiny of Parsifal, the "holy fool", is to heal Amfortas' wound with the spear that caused it, but his greater destiny is to exemplify a Christological compassion and redemption.

Whatever Wagner's sacramental intentions may have been for his grand opera house, today one does not come to the concert hall to hear Parsifal for redemption, but rather for the exquisite music that transcends Wagner's eccentricities. The two orchestral excerpts, the "Prelude" and "Good Friday Spell", are austere, noble, and beautiful in their vastness. Integral to Wagner's operas are his rich chromaticism and harmonies, ingenious orchestration (Wagner designed some of his own instruments), and intensive development of leitmotifs – themes associated with specific characters, locales, or plot elements. The "Prelude" begins with the Motif of the Sacrament, reverently rising and falling in the clarinet and bassoon over muted strings and pulsing winds. The gently swelling Grail Motif is heard next in the trumpets. Soon after comes the Motif of Faith, a dignified theme in the brass. The development of this motif builds to one of the most powerful moments in the opera.

The "Good Friday Spell", originally set for voices and orchestra, is the baptismal scene in the third and final Act. After years of wandering, Parsifal finally returns to the Grail Castle on Good Friday. One of the Knights explains to him the regenerative significance of that holy day and tells him that it is also the funeral day of the Grail King, Titurel. Recognized as the Chosen One, Parsifal is elected to succeed Titurel and is baptized. Beginning with regal fanfares, a transformative set of modulations draws the mood and music back to the Motif of the Sacrament. Parsifal, in his purity and innocence, takes a moment to remark on the beauty of the blooming mountain meadows, as the clarinet sings the lovely Good Friday Meadows Motif. Revisiting some of the other motifs, the music winds down to a softly tender ending.

Source: Max Derrickson (pages.jh.edu/jhso)



Richard Wagner (1813-1883)

♪ Parsifal, Act III, Prelude and Good Friday Music (1878-1882)

Gothenburg Symphony Orchestra
Μουσική διεύθυνση (Conductor): David Afkham

Gothenburg Concert Hall, December 17, 2014 (17 Δεκεμβρίου 2014)

(HD 720p)


































































































More photos / Περισσότερες φωτογραφίες



See also / Δείτε επίσης

Gothenburg Symphony Orchestra – All the posts

No comments:

Post a Comment